Ο Roger Mayne ήταν ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς φωτογράφους της μεταπολεμικής περιόδου. Είναι περισσότερο γνωστός ως ο φωτογραφικός ποιητής της έντονης ζωής των δρόμων του Λονδίνου στην τότε υποβαθμισμένη περιοχή Notting Dale στο Βόρειο Κένσινγκτον. Φωτογράφισε έναν συγκεκριμένο δρόμο τη Southam Street από το 1956 έως την μεγάλη αναμόρφωση το 1961 προκειμένου να ανεγερθεί ο πύργος Trellick Tower του Ernő Goldfinger.
Αυτή η στοργική και εκτεταμένη μελέτη περιλαμβάνει ποδόσφαιρο δρόμου και άλλα παιχνίδια, παιδιά με φωτεινά πρόσωπα πάνω σε ποδήλατα , «Teddy Boys», αυτοσχέδιους χορούς στο δρόμο, μετανάστες από την Καραϊβική και πολλους - πολλούς έφηβους.
Οι φωτογραφίες του Mayne από τη Southam Street μοιάζουν σήμερα με μια δήλωση αλληλεγγύης προς την εργατική τάξη. Ωστόσο, υπήρχαν και πολλές άλλες πλευρές στον Mayne και η σθεναρή υπεράσπισή του για τη φωτογραφία ως καλλιτεχνικό μέσο συνέβαλε στη σημερινή του αναγνώριση και το κύρος της δουλειάς του.
Ο Roger Mayne γεννήθηκε στο Κέμπριτζ το 1929, γιος διευθυντή σχολείου. Σπούδασε στο Rugby School και πήρε το πτυχίο του στη Χημεία από το Balliol College της Οξφόρδης το 1951. Είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται σοβαρά με τη φωτογραφία, έκανε το ντεμπούτο του στο περιοδικό Picture Post τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, με ένα έγχρωμο φωτογραφικό δοκίμιο για τη δημιουργία μιας ταινίας μπαλέτου.
Το 1952, ο Mayne απέκτησε ένα αντίτυπο ενός νέου και εξαιρετικά επιδραστικού βιβλίου, του The Decisive Moment («Η Αποφασιστική Στιγμή») του Henri Cartier-Bresson. Για τον Mayne, αυτές οι φωτογραφίες ήταν πολύ καθοριστικές και σύντομα επρόκειτο να επηρεάσουν και τη δική του φωτογραφία δρόμου.
Πριν από αυτό, ο Mayne είχε καλλιεργήσει τη ματιά του περνώντας χρόνο στο St Ives ανάμεσα σε ζωγράφους όπως ο Terry Frost, ο Roger Hilton και ο Patrick Heron. Μαζί με τον Hugo van Wadenoyen, προώθησε τη νέα διεθνή φωτογραφία μέσα από περιοδεύουσες εκθέσεις που διοργάνωνε η Combined Societies, η οποία ήταν μια συμμαχία φωτογραφικών λεσχών.
Αυτές οι εκθέσεις περιελάμβαναν αστέρια όπως οι Cartier-Bresson, Werner Bischof και Robert Capa, μαζί με Αμερικανούς του βεληνεκούς των Paul Strand, Edward Weston και Minor White - όλα αυτά πολύ πριν οι γκαλερί και τα μουσεία της Βρετανίας δείξουν οποιαδήποτε επίγνωση της φωτογραφίας ως δημιουργικού και καλλιτεχνικού μέσου.
Μάλιστα, ο Mayne έγραψε τότε στον διευθυντή του Μουσείου Βικτωρίας και Αλβέρτου (V&A), Sir Leigh Ashton, καλώντας τον να αποκτήσει έργα από εκείνες τις εκθέσεις. Ο Ashton απάντησε κοφτά ότι «η φωτογραφία είναι μια αμιγώς μηχανική διαδικασία στην οποία δεν εμπλέκεται ο καλλιτέχνης».
Ο Mayne μετακόμισε στο Λονδίνο το 1954 για να εργαστεί ως ελεύθερος επαγγελματίας φωτογράφος. Το έτος ανάδειξης του Mayne ήταν το 1956, το έργο του εκτέθηκε στις ΗΠΑ, αποκτήθηκε από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA) και έγινε για πρώτη φορά εξώφυλλο στην εφημερίδα The Observer. Εκτέθηκε επίσης στο Institute of Contemporary Arts (ICA). Η έκθεσή του, με τίτλο «Photographs from London», περιλάμβανε τις νέες του φωτογραφίες από οργισμένους νέους, συμμορίες δρόμου και τις πρώτες φωτογραφίες από τη Southam Street.
Το τι συνέβη το 1956 περιγράφηκε οξυδερκώς από τη θεατρική συγγραφέα Ann Jellicoe (γνωρίστηκαν με τον Mayne το 1958 και παντρεύτηκαν το 1962): «Η ανατροφή του είχε αφήσει τον Roger ντροπαλό, αμίλητο, κοινωνικά απομονωμένο. Αλλά μέσα από τη φωτογραφία ήταν σε θέση να μοιράζεται τη σφύζουσα ζωή των δρόμων χωρίς να χρειάζεται να εισέλθει σε αυτήν. Φωτογράφιζε παιδιά στους φτωχικούς δρόμους επειδή τους έβρισκε όμορφους και ίσως επειδή δεν απαιτούσαν τίποτα από αυτόν. Η φωτογραφία έγινε το μέσο, το κίνητρο, το νόημα της ζωής του Roger».
Χρησιμοποιώντας μια φωτογραφική μηχανή Zeiss Super Ikonta, αντί για Leica, ο Mayne επισκέφθηκε τη Southam Street 27 φορές μεταξύ 1956 και 1961, συγκεντρώνοντας περίπου 1.400 αρνητικά. Οι φωτογραφίες του άγγιξαν μια ευαίσθητη χορδή, αποσπώντας τον έπαινο σημαντικών συγγραφέων της εποχής, όπως ο Colin MacInnes - του οποίου το βιβλίο Absolute Beginners (1959) έφερε μια φωτογραφία του Mayne στο εξώφυλλό του - και ο αρχιτέκτονας Theo Crosby, ο οποίος δημοσίευσε 57 από τις φωτογραφίες ως ειδικό τεύχος του περιοδικού Uppercase το 1961. Αυτές οι επίκαιρες, δυναμικές φωτογραφίες εμφανίστηκαν επίσης στα εξώφυλλα σημαντικών βιβλίων των εκδόσεων Penguin και Pelican, καθώς και σε κλασικά έργα όπως το The Lore and Language of Schoolchildren (1959) των Peter και Iona Opie. Μέχρι το 1964, το Μουσείο V&A είχε αναιρέσει τη στάση του όπου αγόρασε και εξέθεσε τις φωτογραφίες του Mayne.
Όταν διορίστηκε επιμελητής φωτογραφίας εκεί το 1977, ο Mayne δώρισε στο V&A το προσχέδιο του ανέκδοτου βιβλίου του για τη Southam Street.
Το 1986 εξέδοσε βιβλίο με τίτλο "The Street Photographs of Roger Mayne". Πολλοί από τους παλιούς του φίλους από τη Southam Street παρευρέθηκαν στα εγκαίνια της ανάλογης έκθεσης, και λίγο αργότερα φωτογραφίες από τη σειρά εμφανίστηκαν στους τίτλους αρχής της κινηματογραφικής μεταφοράς του "Absolute Beginners" από τον Julien Temple. Ο Mayne δημιούργησε μεγάλο και σπουδαίο έργο στη φωτογραφία , αλλά αυτή ήταν η πιο αναγνωρίσιμη δουλειά του.
Μεταγενέστερες διακρίσεις περιλάμβαναν ομαδικές εκθέσεις όπως το «How We Are: Photographing Britain» στην Tate Britain το 2007 και το «Roger Mayne: Aspects of A Great Photographer» στη Victoria Gallery στο Μπαθ το 2013. Το έργο του Roger εντάχθηκε σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές σε όλο τον κόσμο χάρη στους αφοσιωμένους γκαλερίστες του στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.
κείμενο: Mark Haworth Booth
πηγή: The Independent
Είπε
«Ο λόγος που φωτογραφίζω τους φτωχούς δρόμους είναι επειδή τους αγαπώ, όπως αγαπώ και τη ζωή σε αυτούς , με ενδιαφέρει αυτό που βλέπω, προς το παρόν μου είναι αδιάφορο το ότι τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια δεν έχουν λουτρό και ότι η υπαρξή τους κινδυνεύει από την εγκατάλειψη. Οι άδειοι, αυτοί οι δρόμοι έχουν τη δική τους ομορφιά, μια ομορφιά φθίνουσας λαμπρότητας και πάντα μια σπουδαία ατμόσφαιρα είτε ρομαντική, είτε ομιχλώδη μια χειμωνιάτικη μέρα, είτε νωθρή όταν το καλοκαίρι είναι ζεστό. Κάποιες φορές είναι αφιλόξενη ή μπορεί να είναι θερμή και φιλική ένα ηλιόλουστο σαββατοκύριακο της άνοιξης, όταν ο δρόμος κατακλύζεται από παιδιά που παίζουν και ενήλικες που περπατούν ή στέκονται φλυαρώντας. »
«Θυμάμαι τη συγκίνησή μου όταν έστριψα στη Southam Street, έναν δρόμο στον οποίο επέστρεφα ξανά και ξανά... Πιστεύω ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να λειτουργεί διαισθητικά και να στέκεται στα είδη των πραγμάτων που του αρέσουν ή που βρίσκει εικονογραφικά»
«Ο καλλιτέχνης είναι ο τύπος του ανθρώπου που ενδιαφέρεται βαθιά για τον συνάθρωπο και τις δυνάμεις που επιδρούν στην κοινωνία μας. Αυτό συνεπάγεται μια ανθρωπιστική τέχνη, αλλά όχι απαραίτητα και το ενδιαφέρον για την πολιτική.»
Μνήμες από το παρελθόν της Southam Street
Αποσπάσματα από επιστολές κατοίκων της Southam Street
Mrs. Jennifer Reilly
«Η μεγαλύτερη αδελφή μου κι εγώ γεννηθήκαμε και οι δύο σε αυτόν τον δρόμο. Εκείνη το 1945 κι εγώ το 1950. Η μικρότερη αδελφή μου γεννήθηκε το 1952 στο νοσοκομείο, αλλά ζούσαμε ακόμα στη Southam Street. Μείναμε εκεί με τους γονείς μου μέχρι που μας μετατεστέγασαν το 1961-62. Και οι δύο παππούδες και γιαγιάδες μας ζούσαν εκεί, μαζί με μερικούς θείους και θείες.
Ήμασταν μια πολύ ευτυχισμένη παρέα στη Southam Street, όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Ήταν δύσκολοι καιροί και η μαμά μου λέει πως ήταν φτωχικοί καιροί, αλλά εγώ έχω πολύ ευτυχισμένες αναμνήσεις. Τα παιδιά έπαιζαν πάντα έξω στον δρόμο και ήταν απόλυτα ασφαλή. Ήμασταν από τις πρώτες οικογένειες που είχαν τηλεόραση και όλοι μαζεύονταν στο σαλόνι μας κάθε βράδυ για να δουν.
Η ζωή προφανώς βελτιώθηκε, καθώς οι γονείς μου, οι αδελφές μου κι εγώ είμαστε όλοι ιδιοκτήτες σπιτιών πλέον, αλλά και η μαμά και ο μπαμπάς μου επεθύμισαν τη συσπείρωση και την εγγύτητα εκείνου του δρόμου. Μπορούσες να αφήσεις την εξώπορτά σου ανοιχτή και τα πάντα και οι πάντες ήταν απόλυτα ασφαλείς. Αν ένιωθες λίγο πεσμένος, αρκούσε να σταθείς στο κατώφλι σου και κάποιος θα σταματούσε να σου μιλήσει για να σου φτιάξει τη διάθεση.»
Mrs. Mary Gething
«Η διασκέδαση δεν αποτελούνταν τόσο από παιχνίδια, αφού κανένας μας δεν είχε πολλά, αλλά από το να κάνουμε κούνια γύρω από τον φανοστάτη κρεμασμένοι από ένα μακρύ σχοινάκι, ακριβώς αυτός που φαίνεται στη φωτογραφία του βιβλίου, στη γωνία του Craven House, όπως λεγόταν τότε... από το να κάνουμε βόλτα με το χειροποίητο καρότσι , κάποιου άλλου παιδιού που είχε φτιάξει ο πατέρας του, και να παίζουμε "Βασίλισσα Άννα" το απόγευμα. Κι ύστερα να περιμένουμε τη φωνή της μαμάς ότι ήταν ώρα για ύπνο. Όλα τα παράθυρα άνοιγαν σταδιακά καθώς μας φώναζαν να μπούμε μέσα... Είμαι πολύ ευτυχισμένη που υπήρξα ένα από τα παιδιά της Southam Street που έπαιξαν πάνω στον ηλιόλουστο, βρώμικο δρόμο της.»
πηγη: morrissey-solo.com
επιμέλια: J.Eco


























































