Η ιστορία της Τζάνετ Μέντελσον και των φωτογραφιών της από το Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας αποτελεί μια αφήγηση για έναν τόπο, για μια εποχή και τη δημιουργία ενός έργου. Είναι η ιστορία μιας νεαρής πολύ ευκατάστατης γυναίκας, που σπούδασε στο Χάρβαρντ, η Τζάνετ η οποία αναπτύσσει σχέση με μια άλλη νεαρή γυναίκα τη Κάθλιν, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια από τις πιο φτωχές περιοχές της Βρετανίας, σε μια εποχή τεράστιων κοινωνικών αλλαγών.
Η Τζάνετ Μέντελσον γεννήθηκε το 1943 στην Ουάσινγκτον των ΗΠΑ. Σπούδασε Κοινωνικές Σχέσεις στο Radcliffe College (το γυναικείο κολέγιο του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ) το 1966, και το 1967 ταξίδεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο για να σπουδάσει στο Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ.
Όταν ταξίδεψε στο Μπέρμιγχαμ, είχε ήδη αρχίσει να ενδιαφέρεται για τη φωτογραφία ντοκουμέντου. Το έργο της Μέντελσον στο Μπέρμιγχαμ, αφοσιωμένο, παθιασμένο και διερευνητικό, ήταν εξίσου προϊόν του Radcliffe με την έμφαση που έδινε στις γυναίκες, το φύλο και την κοινωνία, καθώς και τις αξιοσημείωτες απόφοιτές του (μεταξύ των οποίων οι Χέλεν Κέλερ, Αντριέν Ριτς και Μπέτι Φρίνταν), όσο και της αναπτυσσόμενης ανθρωπιστικής φωτογραφίας ντοκουμέντου στις ΗΠΑ και την Ευρώπη κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Για τη Μέντελσον, η φωτογραφία ήταν κοινωνική έρευνα και όχι τέχνη ούτε φωτορεπορτάζ.
Η Τζάνετ Μέντελσον πήρε τις φωτογραφίες της μαζί της όταν έφυγε από το Μπέρμιγχαμ το 1968 για να περάσει ένα έτος στο Royal College of Art του Λονδίνου και από εκεί να επιστρέψει στις ΗΠΑ. Το έργο της Μέντελσον τοποθετήθηκε στο πλαίσιο του Μπέρμιγχαμ από τους ιστορικούς του πολιτισμού Κίραν Κόνελ και Μάθιου Χίλτον, οι οποίοι ερευνούσαν την ιστορία του Κέντρου Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών, ενός εξαιρετικά επιδραστικού κέντρου για τη μελέτη της λαϊκής κουλτούρας, υπό την ηγεσία του ριζοσπαστικού θεωρητικού του πολιτισμού Στιούαρτ Χολ.
Η άποψη του Χολ επρόκειτο να αποκτήσει μεγάλη σημασία στη φωτογραφία, όταν παρατήρησε ότι:
-- Η φωτογραφική μηχανή εστιάζει με ακρίβεια σε αυτό που η εικόνα προφανώς απεικονίζει – το θέμα, που βρίσκεται στο επίκεντρο του πλάνου. Η εικόνα ενισχύεται, όσον αφορά τη δραματική οπτική και συναισθηματική της επίδραση, από τον τρόπο με τον οποίο αυτή έχει επεξεργαστεί, τη σύνθεσή της, το κρόπ και το καδράρισμα. Αυτές οι πρακτικές αναπαράστασης αναδεικνύουν ορισμένες πτυχές, ενώ περιθωριοποιούν άλλες. Καθιερώνουν μια ιεραρχία νοημάτων.
Μπορούν όμως πάντα να ερμηνευθούν από τα περιθώριά τους, από το υπόβαθρό τους. Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Ποιο είναι το κοινωνικό τους υπόβαθρο, η ταξική, φυλετική και έμφυλη θέση τους και έχουν σημασία αυτά τα φαινομενικά τυχαία στοιχεία; Τι κάνουν, πού και με ποιον; Τι φορούν; Τι μας λένε οι εκφράσεις στα πρόσωπά τους και η γλώσσα του σώματός τους για τον τρόπο με τον οποίο ζουν και βιώνουν τη ζωή;
Η ακίνητη εικόνα σταματά τη ροή του χρόνου, παγώνει το γεγονός, επιτρέποντάς μας να το κοιτάξουμε περισσότερο, να αντλήσουμε περισσότερα από αυτό. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το φωτογραφικό κείμενο μεμονωμένα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εμπλέκεται σε ένα δίκτυο σημασιολογίας που «το επικαλύπτουν», με την γραφή και το νόημα άλλων λόγων, οι οποίοι φέρνουν διαφορετικές ερμηνείες. Η σημασία του μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο από τους τρόπους με τους οποίους εμείς το ανακρίνουμε.
Δεν γνωρίζουμε αν ο Hall και η Mendelsohn συζήτησαν για τη φωτογραφία, αλλά η φωτογραφία σχεδόν σίγουρα αντιμετωπιζόταν με σεβασμό στο Κέντρο Σπουδών, το οποίο θεωρούνταν ένα από τα πιο ριζοσπαστικά και προοδευτικά ερευνητικά κέντρα της εποχής του και η επιρροή του οποίου συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα.
Ο Κόνελ και ο Χίλτον ανακάλυψαν το έργο της Τζάνετ σε εικονογραφημένες εκθέσεις που είχε δημοσιεύσει το Κέντρο τη δεκαετία του 1960 και εντυπωσιάστηκαν από την ποιότητα και το περιεχόμενό του. Μετά από κάποια έρευνα, επικοινώνησαν μαζί της στις ΗΠΑ, όπου είχε εργαστεί ως παραγωγός ταινιών για πολλά χρόνια, και στη συνέχεια, το 2014, η ίδια δώρισε το σημαντικό αρχείο των εκτυπώσεών της στο Ερευνητικό Κέντρο Cadbury του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ. Ο Κίεραν Κόνελ και ο Μάθιου Χίλτον διοργάνωσαν μια μικρή τοπική έκθεση και αργότερα το 2016, μια πιο ουσιαστική έκθεση με κατάλογο στην Ikon Gallery του Μπέρμιγχαμ.
Εδώ είναι που μπαίνω εγώ στην ιστορία, καθώς ο Κόνελ και ο Χίλτον μου ανέθεσαν να γράψω ένα δοκίμιο σχετικά με το φωτογραφικό πλαίσιο του έργου της Τζάνετ. Οι φωτογραφίες που εκτέθηκαν στην Ikon Gallery τραβήχτηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου στο Μπάλσαλ Χιθ, στο κέντρο του Μπέρμιγχαμ. Αρχικά ήταν ένα ήσυχο και κομψό προάστιο της μεσαίας τάξης του 19ου αιώνα, μέχρι τη δεκαετία του 1960 το Μπάλσαλ Χιθ, με την κεντρική οδό Βάρνα στο επίκεντρό του, είχε μετατραπεί στην κύρια περιοχή πορνείας του Μπέρμιγχαμ και σε γκέτο μεταναστών από τη Νότια Ασία.
Τα κάποτε κομψά σπίτια ερειπώθηκαν και υποδιαιρέθηκαν σε πανσιόν και άθλια διαμερίσματα. Τα μαγαζιά στις γωνίες, οι παμπ και τα καφέ αποτελούσαν τους κοινωνικούς κόμβους της κοινότητας, ενώ η ζωή στους δρόμους ήταν έντονη και πολυπληθής. Ο συνδυασμός ζωντάνιας και χαμηλού κόστους ζωής είχε ως αποτέλεσμα, για ένα διάστημα, το Μπάλσαλ Χιθ να αποτελέσει πόλο έλξης τόσο για την καλλιτεχνική μποέμ κοινότητα του Μπέρμιγχαμ όσο και για φοιτητές. Το Μπάλσαλ Χιθ ήταν ένα ιδιαίτερα εμφανές παράδειγμα της βρετανικής μεταπολεμικής κοινωνίας σε μεταβατικό στάδιο, με ένα σύνθετο μείγμα ομάδων, όπου οι νέοι πληθυσμοί συνυπάρχουν με τους πιο παραδοσιακούς. Όλα αυτά πρέπει να παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον για τη Μέντελσον.
Η Τζάνετ Μέντελσον ήταν μια αμερικανίδα φωτογράφος που μετέφερε τη μεθοδολογία των νέων αμερικανών φωτογράφων ντοκουμέντου στη Βρετανία της δεκαετίας του 1960. Αν και στο έργο της για το Μπέρμιγχαμ διακρίνονται τα ίχνη των Γουόκερ Έβανς, Γιουτζίν Σμιθ και Ντοροθέα Λανγκ, η έντονη εστίαση της μελέτης της σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία και ο ενσυναίσθητος χαρακτήρας της είναι πολύ πιο κοντά στο έργο των Μπρους Ντέιβιντσον, Ντάνι Λάϊονς και Λάρι Κλαρκ.
Είναι δελεαστικό να υποθέσουμε ότι είχε δει επίσης τη μελέτη του φωτογράφου Ρότζερ Μεϊν για τη Σάουθαμ Στριτ στο Δυτικό Λονδίνο, που φωτογραφήθηκε μεταξύ 1958 και 1961 ή ότι είχε συναντήσει το έργο του φωτογράφου Νικ Χέτζες, του οποίου οι φωτογραφίες της δύσκολης καθημερινότητας και των κακών συνθηκών στέγασης στην περιοχή Μπάλσαλ Χιθ του Μπέρμιγχαμ είχαν ανατεθεί από την φιλανθρωπική οργάνωση για τη στέγαση «Shelter» στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Συμπίπτοντας με την κυκλοφορία του τηλεοπτικού δράματος του Κεν Λόουτς για τους άστεγους - «Cathy Come Home» - το 1966, το έργο του Χέτζες ήταν δραματικό και πειστικό και ως κινητήρια δύναμη μιας δυναμικής εκστρατείας του «Shelter», είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό.
Στα αρχεία της συλλογής «Mass Observation» στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ βρίσκονται τα ημερολόγια της φοιτήτριας Καλών Τεχνών και ασκούμενης δασκάλας Κέιτ Πολ, η οποία μετακόμισε στο Μπέρμιγχαμ στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και ζούσε σε ένα διαμέρισμα στην οδό Βάρνα, στο κέντρο του Μπάλσαλ Χιθ.
Στο ημερολόγιό της σημείωνε:
«Οι άνθρωποι που ζουν σε αυτόν τον δρόμο ζουν με τα σεξουαλικά τους ενδιαφέροντα και τον φόβο. Άνδρες σε αυτοκίνητα περιφέρονται αναζητώντας το σεξ, σηκώνουν τα δάχτυλά τους, σκύβοντας προς τα εμπρός, ανυπόμονοι, με τα πρόσωπά τους παραμορφωμένα από τη λαγνεία. Τους μισώ αυτούς, όχι τις πόρνες του δρόμου. Είναι πραγματικά φρικτά στο δρόμο. Γίνονται κοκορομαχίες και μαχαιρώματα και η αστυνομία έρχεται εδώ με μοτοσικλέτες. Τη νύχτα, η κατάσταση είναι πραγματικά ζοφερή, άνδρες που χάνουν το περίγραμμά τους στις εισόδους των σπιτιών και κάνουν νεύματα. Η ατέλειωτη ουρά αυτοκινήτων, το χτύπημα των πορτών, οι διαπεραστικές φωνές των γυναικών».
Ως κέντρο της μποέμικης ζωής, η οδός Βάρνα, με τα μεγάλα σπίτια, τους φθηνούς χώρους και τις μεταβαλλόμενες κοινότητες, έγινε επίσης ελκυστική. Ο Βρετανός σουρεαλιστής Κόνροϊ Μάντοξ έζησε στη Βάρνα Ρόουντ, στο κέντρο αυτού που έχει ονομαστεί «η μποέμικη κοινότητα του Μπάλσαλ Χιθ», μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη δεκαετία του 1950, και διοργάνωνε εκεί μια σειρά από συγκεντρώσεις, «με καλεσμένους που περιλάμβαναν νεαρούς, ποιητές, κομμουνιστές διανοούμενους, μεταπολεμικούς μετανάστες από την Καραϊβική και γυναίκες με τσιγγάνικη ενδυμασία ή ντυμένες ως καλόγριες!
Στην οδό Βάρνα, η Τζάνετ γνώρισε την Κάθλιν (δεν είναι το πραγματικό της όνομα), η οποία έγινε το κύριο θέμα της φωτογραφίας της αλλά και συνεργάτιδά της. Η Κάθλιν, μια νεαρή γυναίκα, εργαζόμενη στον τομέα του σεξ και μητέρα, ζούσε και εργαζόταν στο Μπάλσαλ Χιθ. Η Τζάνετ και η Κάθλιν ήταν της ίδιας ηλικίας και μάλιστα έμοιαζαν εκπληκτικά μεταξύ τους. Αν και τις χώριζαν η ανατροφή, η εθνικότητα και οι συνθήκες ζωής εντούτοις ανέπτυξαν μια φιλία και η Μέντελσον έγινε δεκτή στην οικογένεια της Κάθλιν.
Η Μέντελσον πραγματοποιούσε επίσης και σειρά συνεντεύξεων με τα άτομα που φωτογράφιζε. Η αίσθηση του χώρου που είχε ήταν ακριβής, καθώς χαρτογραφούσε μια πολύ μικρή περιοχή στην οποία βασίστηκε η κύρια φωτογραφική της δουλειά: την οδό Βάρνα, το καφέ «Κασμίρ», το σπίτι της Κάθλιν, τα καταστήματα και τη ζωή του δρόμου.
Οι φωτογραφίες της Κάθλιν που την απεικονίζουν είναι πλούσιες και ποιητικές. Προσωπικές, συνεργατικές. Τραβηγμένες με φυσικό φως, τα σκοτεινά, ακατάστατα εσωτερικά των δωματίων της Κάθλιν αποκτούν μια μορφή μεγαλοπρέπειας, με την Κάθλιν να αποτελεί την κεντρική φιγούρα. Πρόκειται για φωτογραφίες γεμάτες ζεστασιά και συμπόνια, φωτογραφίες που τράβηξε μια νεαρή γυναίκα για τη ζωή μιας άλλης νεαρής γυναίκας. Υπάρχει μια πραγματική σύνδεση εδώ.
Έξω, στο δρόμο, στο καφενείο, έξω από την παμπ, η φωτογραφία της Μέντελσον αποτελεί μια παρατήρηση της ζωής στο Μπάλσαλ Χιθ, όπως αντανακλάται μέσα από την Κάθλιν και τον κύκλο της. Η Μέντελσον συνοδεύει την Κάθλιν σχεδόν παντού καθώς αυτή κουβεντιάζει με φίλους στις γωνιές των δρόμων, σπρώχνει το καροτσάκι της και επισκέπτεται το πλυντήριο ρούχων. Φωτογράφισε το σπασμένο κρεβάτι όπου η Κάθλιν δεχόταν τους πελάτες της. Παρατηρεί την Κάθλιν με τα παιδιά της με φωτογραφίες μεγάλης συγκίνησης.
Η παρουσίαση των φωτογραφιών της Τζάνετ Μέντελσον στο ευρύ κοινό μετά από ένα κενό σχεδόν μισού αιώνα αποτέλεσε μια σημαντική προσθήκη στη βρετανική ιστορία της φωτογραφίας. Ερωτήματα πλανώνται πάνω από αυτές τις φωτογραφίες. Η πορεία τους από το ιδιωτικό αρχείο προς τη δημόσια έκθεση σημαίνει ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις τόσο από την τοπική κοινότητα, όσο και από ιστορικούς της φωτογραφίας και από το ευρύτερο κοινό.
Θα θέλουμε να μάθουμε περισσότερα γιατί η Τζάνετ Μέντελσον τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες, πώς δημιούργησε και διαχειρίστηκε πολύπλοκες σχέσεις με τόπους και ανθρώπους και γιατί η φωτογραφία έπαιξε τόσο σύντομο, αν και εντυπωσιακό, ρόλο στη δημιουργική της καριέρα.
Τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι οι φωτογραφίες της Μέντελσον από το Μπέρμιγχαμ εκτέθηκαν μόνο μία φορά, αφού είχε επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1970. Είναι αδύνατο να πούμε ποιες φιλοδοξίες, αν υπήρχαν, μπορεί να είχε η Μέντελσον για τις φωτογραφίες αυτές αφού συνέχισε να εργάζεται ως παραγωγός ταινιών και όχι ως ακαδημαϊκός.
Οι τοποθεσίες που φωτογράφισε η Τζάνετ Μέντελσον στο Μπάλσαλ Χιθ έχουν εξαφανιστεί εδώ και καιρό, με τη μοίρα τους να σφραγίζεται από την εκκαθάριση των «φτωχογειτονιών» τη δεκαετία του 1970. Τα καφενεία, τα καταστήματα, οι γωνιές των δρόμων όπου η Κάθλιν και οι φίλοι της μαζεύονταν γύρω από το τεράστιο καροτσάκι της, είναι πλέον απλώς αναμνήσεις που διατηρούνται στις φωτογραφίες, στις προφορικές ιστορίες ή μεταδίδονται μέσα από τις αναμνήσεις των ηλικιωμένων.
Ωστόσο, κοιτάζοντας αυτές τις φωτογραφίες με ηρεμία, μπορεί κανείς να φανταστεί, και σχεδόν να αρχίσει να ακούει, τη ζωή που τις διαποτίζει, τη φασαρία του καφενείου, το μείγμα των διάφορων προφορών και εντάσεων, τις φωνές των παιδιών, τη βία και τη γλυκύτητα.
Το θέμα των φωτογραφιών της Μέντελσον είναι σκληρό (όπως και οι συνεντεύξεις που πήρε από τα πρόσωπα που φωτογράφισε κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης), αλλά η Μέντελσον είναι παρατηρητής και όχι κριτικός.
Στις φωτογραφίες της, η αφήγηση είναι αποσπασματική, σχεδόν τυχαία, με κενά και απουσίες. Η ίδια η φωνή της Μέντελσον απουσιάζει από αυτή την αφήγηση - δεν είναι σε θέση να μας μιλήσει για τη σχέση της με την Κάθλιν και τους φίλους της, για το τι έμαθε στο Κέντρο Σύγχρονων Πολιτισμικών Σπουδών ή γιατί εγκατέλειψε τη φωτογραφία.
Ωστόσο, είναι συνηθισμένο, ειδικά μεταξύ των γυναικών φωτογράφων από τη δεκαετία του ’30 έως τη δεκαετία του ’60, να έχουν πολύ σύντομες καριέρες στη φωτογραφία, εκτός αν αυτές στηρίζονταν από τη δραστηριότητα στο φωτογραφικό στούντιο ή από εμπορικές εργασίες. Καθώς όλο και περισσότεροι ερευνητές ασχολούνται με αυτή τη συλλογή, θα ανακαλύπτονται περισσότερα στοιχεία που θα μας ενημερώσουν για τη δημιουργία αυτού του αξιοσημείωτου φωτογραφικού έργου από τη Βρετανία της δεκαετίας του 1960.
Η εργασία πάνω στο αρχείο της Τζάνετ Μέντελσον, με μόνο τις εκτυπώσεις που περιέχονται σε αυτό και χωρίς προσωπική τεκμηρίωση, αποδείχθηκε προκλητική. Παραμένουν πολλά ερωτήματα, μπορούμε μόνο να κάνουμε εικασίες σχετικά με τη σχέση της Τζάνετ με την Κάθλιν, παρατηρητής ή φίλη ή και τα δύο;
Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους λόγους που οδήγησαν την Κάθλιν να συμμετάσχει σε αυτό το σημαντικό ντοκουμέντο του Μπίρμιχαμ, και έχουμε ελάχιστες ιδέες σχετικά με τη μεθοδολογία της Τζάνετ.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτό το πλήρες φωτογραφικό αρχείο που έχει διασωθεί, βρίσκεται πλέον λίγα μίλια μακριά από το τόπο που δημιουργήθηκε.
κείμενο: Val Williams, Professor of the History and Culture of Photography, London College of Communication - National Gallery of Art, Vilnius, Lithiuania, 2017
UAL Research OnLine
επιμέλεια: J.Eco
"Tish" Murtha








































