Social Media Icons

Ramón Masats, φωτογραφία από την Ισπανία του Φράνκο

Σεπ 3, 2026 0 comments

 


Με το προσωνύμιο «Ισπανός Καρτιέ Μπρεσόν» που του έδωσε ο φίλος του Carlos Pérez Siquier (1930-2021), ο φωτογράφος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ανανέωση της ισπανικής φωτογραφίας ντοκουμέντου τη δεκαετία του 1960. Καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Masats έθεσε την Ισπανία στο επίκεντρο του φακού του, αποτυπώνοντας τόσο το σκοτάδι της κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του Φράνκο όσο και το φως της με την ευκαιρία των εορτών του San Fermín στην Παμπλόνα ή της Feria de Abril της Σεβίλλης.

Ο Ramón Masats γεννήθηκε το 1931 στο Caldes de Montbui, έναν μικρό δήμο που βρίσκεται περίπου τριάντα χιλιόμετρα από τη Βαρκελώνη, σε μια οικογένεια ιδιοκτητών ιχθυοπωλείου στην αγορά του Born. Ως παιδί, έτρεφε πάθος για τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα για τον Σαίξπηρ, καθώς και για το σχέδιο. Πιστεύοντας ότι το μέλλον του ήταν προδιαγεγραμμένο, ξεκίνησε να εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση, η οποία είχε πλέον εγκατασταθεί στην Τεράσα, την κύρια βιομηχανική πόλη της χώρας εκείνη την εποχή.

Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1950, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στη Λέριδα (Καταλονία), ο Masats έκανε τα πρώτα του βήματα στον κόσμο της φωτογραφίας. Αναζητώντας τρόπο να περάσει τον χρόνο του αγόρασε ένα τεύχος του "Arte Fotográfico", του κύριου ισπανικού περιοδικού φωτογραφίας, το οποίο αναδείκνυε τότε τους φωτογράφους και τους υπάρχοντες φωτογραφικούς συλλόγους. Από εκείνη τη στιγμή, ο Masats έβαλε σκοπό να αποκτήσει μια φωτογραφική μηχανή. 




Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ισχυριζόταν ότι απέκτησε την πρώτη του μηχανή, μια Kodak Retina 2, σε μια λαχειοφόρο αγορά. Στην πραγματικότητα, ο Masats την είχε αγοράσει με χρήματα που είχε υπεξαιρέσει από το πορτοφόλι του πατέρα του, ένα μυστικό που είχε ορκιστεί να μην του αποκαλύψει ποτέ: «Όσο ζούσε, έπρεπε να συντηρώ το ψέμα για να μην καταλάβει τίποτα».

Με αυτή τη μηχανή ο Masats άρχισε φωτογραφίζοντας την οικογένειά του αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι αυτή η δραστηριότητα ξεπερνούσε την απλή ερασιτεχνική ασχολία. Μεταξύ 1953 και 1955, αναμίχθηκε περισσότερο σε αυτή τη τέχνη και αποφάσισε να πλησιάσει τους φωτογραφικούς συλλόγους της περιοχής του. Έτσι έγινε μέλος του Φωτογραφικού Κύκλου του Casino de Comercio της Τεράσα και της Φωτογραφικής Εταιρείας της Καταλονίας. Εκεί συνάντησε πολλούς Καταλανούς φωτογράφους, ανάμεσα στους οποίους τους Xavier Miserachs (1937-1998), Oriol Maspons (1928-2013) και Ricard Terré (1928-2009), οι οποίοι του μετέδωσαν τις τεχνικές βάσεις της φωτογραφίας και με τους οποίους εξέθεσε τις πρώτες του εικόνες δύο χρόνια αργότερα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Masats ανέπτυξε το ενδιαφέρον του για το ρεπορτάζ φωτογραφίζοντας τη Las Ramblas, την εμβληματική λεωφόρο της Βαρκελώνης. Οι πρώτες του φωτογραφίες αποκαλύπτουν τα πρώτα σημάδια του στυλ του, αντίθετα με την πικτοριαλιστική αισθητική που ήταν ακόμα παρούσα στην Ισπανία τη δεκαετία του 1950, υιοθέτησε μια προσέγγιση που συνίστατο στην καταγραφή του «πραγματικού» της σκηνής, γυμνής από κάθε τεχνητό στοιχείο και απαλλαγμένης από περιττά στοιχεία.




Αυτές οι τάσεις επιβεβαιώθηκαν στο δεύτερο ρεπορτάζ που άρχισε να πραγματοποιεί το 1955 με θέμα τα Sanfermines της Παμπλόνα. Μέσα από αυτές τις εικόνες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν μεταγενέστερα το 1963, ο Masats απεικόνισε τη ζωντανή και μερικές φορές χαοτική ατμόσφαιρα αυτών των διάσημων παραδοσιακών εορτών, που γιορτάζονται ακόμα και σήμερα κάθε καλοκαίρι στην πρωτεύουσα της Ναβάρας.

Αναζητώντας να συλλάβει την ίδια την ουσία αυτών των εκδηλώσεων, ο φωτογράφος δεν δίστασε να φωτογραφίσει τους "festayres" (τους συμμετέχοντες), την ώρα που επιδίδονταν σε κάθε είδος δραστηριότητας χαρακτηριστικής αυτής της πολιτιστικής εμπειρίας να πίνουν, να χορεύουν, να τραγουδούν ή ακόμα και να κοιμούνται σε ένα παγκάκι. 

Η σειρά περιλαμβάνει επίσης αντιπροσωπευτικές φωτογραφίες των δρώμενων και των τελετουργικών  όπως τα "encierros" (η διαδρομή των ταύρων στη πόλη μέχρι την αρένα), παρέλασεις, χορούς και ταυρομαχίες.





Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, χάρη στην επιτυχία των εικόνων του από τα Sanfermines, το περιοδικό Gaceta ilustrada, που συχνά συγκρινόταν με τα αμερικανικά και γαλλικά περιοδικά Life και Paris Match, πρότεινε στον Masats μια συνεργασία. Η εργασία αυτή οδήγησε τον φωτογράφο να αφήσει τη Βαρκελώνη για να εγκατασταθεί στη Μαδρίτη, όπου τράβηξε την πιο εμβληματική εικόνα της καριέρας του. 

Με την ευκαιρία ενός ρεπορτάζ που του ανατέθηκε από τη Gaceta ilustrada πήγε το 1959 στο ιερατικό σεμινάριο της Μαδρίτης, την παραμονή της εορτής του Αγίου Ιωσήφ, με αποστολή να φωτογραφίσει το παρεκκλήσι και τις αίθουσες διδασκαλίας. Ωστόσο, μόλις έφτασε εκεί, ο φωτογράφος εκπλάγηκε από αυτό που είδε: κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, αρκετοί σπουδαστές με ράσα έπαιζαν ποδόσφαιρο στην αυλή. 




Από εκείνο το απόγευμα, ο Masats κράτησε την εικόνα ενός νεαρού ιερέα από τη Γκουαδαλαχάρα, του Lino Hernando, που αποτυπώθηκε πάνω στην πράξη, σαν μετέωρος στον αέρα, να αγγίζει με το δεξί του χέρι τη μπάλα που δεν θα αποκρούσει. Η σιλουέτα αυτού που ονομάστηκε «ο ιερέας ποδοσφαιριστής» παρέμεινε διάσημη για έναν προφανή λόγο: σε μια Ισπανία που βρισκόταν ακόμη υπό το καθεστώς του Φράνκο, ο Masats κατέγραψε μια ασυνήθιστη σκηνή στην οποία εμφανίζεται μια εντυπωσιακή αντίθεση ανάμεσα στην παραδοσιακή αμφίεση που απαιτούσε ο ρόλος του ιερέα και στη χαλαρή ψυχαγωγία στην οποία επιδιδόταν. 

Σε αυτό προστίθεται η οπτική αντίθεση, από το σκούρο ράσο του Lino Hernando και τη σκιά που το συνοδεύει, τα οποία ξεχωρίζουν καθαρά από τη φωτεινότητα του ξερού γηπέδου ποδοσφαίρου. Σε αυτή τη φωτογραφία, ο Masats επιδεικνύει μια οξεία αίσθηση της Αποφασιστικής Στιγμής.

Εκτός από την εργασία του για τη Gaceta ilustrada, ο Masats αναμίχθηκε σε διάφορες φωτογραφικές ομάδες, μεταξύ των οποίων η ομάδα AFAL (Agrupación Fotográfica Almeriense), η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της ισπανικής φωτογραφίας τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Αυτή η συλλογικότητα φωτογράφων δημιουργήθηκε το 1956 στην Αλμερία (Ανδαλουσία) από τους εκδότες José María Artero García (1921-1991) και Jesús Aguirre (1934-2001), καθώς και από τον φωτογράφο Carlos Pérez Siquier, γύρω από το ομώνυμο περιοδικό. 

Στόχος τους ήταν η προώθηση καινοτόμων φωτογραφικών εργασιών που εναντιώνονταν στα αυστηρά κριτήρια της «επίσημης»  φωτογραφίας, σύμφωνα με τους όρους του Oriol Maspons. Επιδίωκαν να σπάσουν την τότε εδραιωμένη πικτοριαλιστική παράδοση, εμπνεόμενοι ιδιαίτερα από ξένες τάσεις που σημαδεύτηκαν από την αισθητική φωτογράφων όπως οι Henri Cartier-Bresson, William Klein, Robert Frank και Otto Steinart. 





Το αποτέλεσμα ήταν μια πιο απλή και άμεση σύλληψη της φωτογραφίας, μακριά από κάθε στερεότυπο κληρονομημένο από τη ζωγραφική. Αυτή η προσέγγιση επέτρεψε στην ομάδα AFAL να γίνει γνωστή στο εξωτερικό και έδωσε τη δυνατότητα σε ορισμένα από τα μέλη της να εκθέσουν εικόνες τους στη διάσημη έκθεση The Family of Man, που διοργανώθηκε από τον Αμερικανό φωτογράφο Edward Steichen στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA) το 1955.

Στο μεταξύ, ο Masats προσχώρησε στη Real Sociedad Fotográfica της Μαδρίτης, υπό την αιγίδα της οποίας δεν άργησε να ιδρύσει την ομάδα La Palangana, μαζί με τους Leonardo Cantero (1907-1995), Gabriel Cualladó (1925-2003), Paco Gómez (1918-1998), Francisco Ontañón (1930-2008) και Joaquín Rubio Camín (1929-2007).

Το όνομα της ομάδας, που στα γαλλικά σημαίνει «η λεκάνη», προέρχεται από μια φωτογραφία του Ontañón, στην οποία τα πορτρέτα των έξι ιδρυτών βρίσκονται μέσα σε μια λεκάνη, βυθισμένα στη στερέωση δηλ. το υγρό που χρησιμοποιείται για τη στερέωση των εικόνων στο σκοτεινό θάλαμο. 



Εναντιούμενη στα κλασικά φωτογραφικά ρεύματα που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, η συλλογικότητα ήθελε να αγκαλιάσει τον ιταλικό νεορεαλισμό και τη φωτοδημοσιογραφία - τάσεις διαδεδομένες τότε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ – για να ανανεώσει ριζικά την ισπανική φωτογραφική γλώσσα. Η ιδέα ήταν να κατευθυνθεί η φωτογραφία προς μια πιο ανθρώπινη και κοινωνική αίσθηση, παράγοντας μια αληθινή μαρτυρία της Ισπανίας εκείνης της εποχής.

Το 1962, ο Masats ξεκίνησε ένα φιλόδοξο έργο που συνδύαζε τη φωτογραφική τέχνη και τη λογοτεχνική αφήγηση. Σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Lumen της Βαρκελώνης, εξέδωσε ένα φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο "Neutral Corner", το οποίο αποτελεί σημείο καμπής στην ιστορία του φωτογραφικού βιβλίου στην Ισπανία. Σε αυτό το έργο, ο φωτογράφος εξερευνά τον κόσμο της πυγμαχίας με αισθητηριακό τρόπο, επιδιώκοντας να συλλάβει την απτή ενέργεια που αναδύεται από τους αγώνες στα ρινγκ των γυμναστηρίων της Μαδρίτης. 

Τα κοντινά πλάνα, οι έντονες αντιθέσεις του ασπρόμαυρου, καθώς και το εσκεμμένο φλουτάρισμα των εικόνων, βυθίζουν τον θεατή σε μια ωμή και ρεαλιστική οπτική των σκηνών, πιστοποιώντας την ένταση των αγώνων. Οι φωτογραφίες αυτού του βιβλίου γίνονται ακόμη πιο καθηλωτικές από τα κείμενα του Ισπανού συγγραφέα Ignacio Aldecoa (1925-1969), πραγματικού λάτρη αυτού του αθλήματος, τα οποία τις συνοδεύουν υπό μορφή μικροαφηγήσεων. 





Δύο χρόνια αργότερα, ο Masats επανήλθε με ένα νέο έργο με τίτλο "Viejas historias de Castilla La Vieja" (1964), το οποίο συνδημιούργησε με τον Ισπανό συγγραφέα Miguel Delibes (1920-2010). Σε αυτό το βιβλίο, το οποίο δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο κείμενο, ο φωτογράφος εικονογραφεί τη μετανάστευση από τον αγροτικό στον αστικό κόσμο της Ισπανίας, κάνοντας αναφορά στη διαδρομή του Isidoro, του κύριου χαρακτήρα της αφήγησης.

Τη δεκαετία του 1970, ο Masats πραγματοποίησε μια σημαντική αλλαγή στην καριέρα του ως φωτογράφος, αφήνοντας προσωρινά στην άκρη τη σταθερή εικόνα προς όφελος της κινούμενης εικόνας. Με την αύξηση της δημοτικότητας της τηλεόρασης εκείνη την εποχή, ο φωτογράφος εξέτασε σοβαρά τις δημιουργικές δυνατότητες που του προσέφερε αυτή η νέα οπτική γλώσσα. 

Ως σκηνοθέτης, παρήγαγε αρκετές αξιόλογες σειρές ντοκιμαντέρ, όπως τα Los Ríos, El Prado Vivo και El que enseña, που του απέφεραν σημαντικές διακρίσεις. Αυτή η επιτυχία τον οδήγησε στο να σκηνοθετήσει μια σουρεαλιστική ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο Topical Spanish, σε σενάριο του Chumy Chúmez. Στη συνέχεια, ο Masats ξεκίνησε συνεργασία με την TVE για την οποία σκηνοθέτησε τη σειρά Raíces και τα ντοκιμαντέρ La España de los contrastes, Invierno en España και Un paraíso surgido de las aguas: Canarias.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επέστρεψε τελικά στη φωτογραφία, χρησιμοποιώντας πλέον σχεδόν αποκλειστικά το χρώμα. Οι φωτογραφίες του, που απεικονίζουν τοπία, μνημεία, ανθρώπους και τοποθεσίες σε όλη την Ισπανία, δημοσιεύθηκαν σε βιβλία όπως τα Desde el cielo. España (Lunwerg, 1988), Toro (1998) και La memoria construida (2002). Πιο αφηρημένες, αυτές οι εικόνες επικεντρώνονται σε μεμονωμένα μοτίβα, απαλλαγμένα από το πλαίσιο στο οποίο ανήκουν.




Για το σύνολο της καριέρας του, ο Masats έλαβε πολλά βραβεία τη δεκαετία του 2000, ξεκινώντας με το Εθνικό Βραβείο Φωτογραφίας (Premio Nacional de Fotografía) το 2004, που του απονεμήθηκε από το Ισπανικό Υπουργείο Πολιτισμού «για την ντοκιμαντερίστικη γλώσσα του και για ένα τρόπο θέασης και ερμηνείας του κόσμου που άντεξε στον χρόνο». Το έργο του εξασφάλισε επίσης εκθέσεις σε όλη την Ισπανία, καθώς και στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία και τη Γερμανία.

Από τα πρώτα του βήματα στη ντοκιμαντερίστικη φωτογραφία μέχρι τις συνεργασίες του με καταξιωμένους συγγραφείς και το κινηματογραφικό του έργο, ο Ramón Masats δεν σταμάτησε ποτέ, καθ' όλη τη διάρκεια της καριέρας του, να αναζητά την αποτύπωση της ουσίας μέσα από τις εικόνες του. 

Mείζων προσωπικότητα στην ιστορία της ισπανικής φωτογραφίας, άφησε πίσω του μια πολύτιμη παρακαταθήκη για τις σημερινές γενιές των εικαστικών καλλιτεχνών, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Reina Sofía της Μαδρίτης.


κείμενο: Eléa Dargelos, Coupe file art.com

επιμέλεια: J.Eco










Ramon Masats







































Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}

Το Aspromavro είναι μια αναζήτηση στην ελληνική και διεθνή ιστορία της Φωτογραφίας μέσα από άρθρα, παρουσιάσεις και αφιερώματα. 'Ενα προσωπικό σημειωματάριο για τη Φωτογραφία από το 1998.
Aspromavro is a search in the Greek and international history of Photography through articles, presentations and tributes. A personal notebook on Photography since 1998.