Το Μέγα Θεοξένια ήταν ένα ιστορικό ξενοδοχείο στην περιοχή της Πορταριάς το οποίο άφησε εποχή τόσο για την πολυτέλεια του όσο και για το μαρασμό που ακολούθησε. Ιδρύθηκε από τους αδελφούς Αθανασάκη και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1905. Τα υπερπολυτελή δωμάτια του ξενοδοχείου, οι εντυπωσιακές και καινοτόμες εγκαταστάσεις του - διέθετε ασανσέρ, ιδιόκτητο κήπο, γήπεδα τένις και κρίκετ, κομμωτήριο ανδρών και γυναικών, αίθουσες χορού και βιβλιοθήκη - καθώς και η προτίμηση του ξενοδοχείου από τον βασιλέα Γεώργιο Β΄,τον Κωνσταντίνο Α’ και τον Ελευθέριο Βενιζέλο αποτέλεσαν στοιχεία που ξεχώρισαν το Θεοξένια και του απέδωσαν το χαρακτηρισμό ιστορικό. Aξιοσημείωτο είναι ότι το Θεοξένια αποτέλεσε την αφορμή για να ασχοληθούν οι κάτοικοι της Πορταριάς με τον τομέα του τουρισμού ενώ παράλληλα συνέβαλε στο να αναγνωριστεί η Πορταριά με βασιλικό διάταγμα, περίπου το 1920, ως ένας χώρος με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος.
Ωστόσο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου με την άφιξη των Γερμανών στην Πορταριά το Θεοξένια μετατράπηκε σε στρατηγείο τους, ενώ το 1944 κάηκε ολοσχερώς από τους ηττημένους πλέον Γερμανούς ως πράξη εκδίκησης. Η καταστροφή του οδήγησε στο μαρασμό και την εγκατάλειψη του ξενοδοχείου καθώς απαιτούνταν μεγάλα χρηματικά κεφάλαια για την επαναλειτουργία του. Παρ ‘όλα αυτά το Θεοξένια αποτελούσε, και αποτελεί σημείο αναφοράς της Πορταριάς.
κείμενο: Wiki
Το «ΘΕΟΞΕΝΙΑ» του μεσοπολέμου και της κατοχής μέσα από αφηγήσεις
- Το «Μέγα Θεοξένεια» κτίσθηκε από τους αδελφούς Αθανασάκη το 1898. Δεξιά στην αυλή υπήρχε κομμωτήριο – κουρείο, ανεξάρτητο από το υπόλοιπο μέγαρο. Το κτίσμα σώζεται ερειπωμένο. Στην αυλή υπάρχει ακόμα η αγριοκαστανιά, 100 χρόνων και πάνω. Μπροστά στην είσοδο βρίσκονταν μια όμορφη πέργκολα με σουηδικό ξύλο και τέσσερις μεγάλες κολώνες. Στο κυρίως ξενοδοχείο υπήρχε η κύρια είσοδος κι ένα μικρό θυρωρείο δεξιά. Δεξιά και το μεγάλο σαλόνι του ξενοδοχείου, μ’ ένα πιάνο πανάκριβο για την εποχή – ένα από τα λίγα έπιπλα που δεν καταστράφηκε – και μια επίπλωση σκαλιστή.
Όλα τα σερβίτσια του ήταν ασημένια. Μαχαίρια, πιρούνια, πιατέλες που σερβίρανε, κανάτες για τον καφέ ή το τσάι, ψωμιέρες. Μόνον τα πιάτα δεν ήταν ασημένια, κι αυτά είχαν έλθει με ειδική παραγγελία, από εργοστάσιο της Βαυαρίας, το μεγαλύτερο στη Γερμανία. Υπήρχε ειδική επιγραφή γι’ αυτό. Εγώ τέτοια έχω καμιά διακοσαριά ακόμη, διάφορα. Όταν έτρωγαν οι Ιταλοί, τον καιρό που είχαν επιτάξει το ξενοδοχείο, στην άκρη του τραπεζιού κάθονταν ο Διοικητής, αντιφασίστας, με τον οποίο γίναμε πολύ φίλοι, παρακολουθούσε τους στρατιώτες του κι εγώ περνούσα απέναντι. Δίπλα στο πιάνο υπήρχε ραδιόφωνο, αριστερά στο βάθος ήταν ο μπουφές.
Για να μείνεις στο «Θεοξένεια» ήθελες τουλάχιστον 30 χρυσές λίρες τη βραδιά. Έτρωγαν «φουλ πανσιόν», επειδή τότε δεν έκαναν δίαιτα. Το μεσημέρι τρία πιάτα οπωσδήποτε και δύο το βράδυ. Σούπα, ψάρι, φρούτα, γλυκά και το πρωί αυγά και μπέικον. Το βράδυ στις 10 άρχιζε στο μπαρ να παίζει η ορχήστρα. Η ορχήστρα ήταν του Μαυραντώνη. Χόρευαν χορτάτοι ως τις 12 κάθε βράδυ. Αριστερά στην είσοδο υπήρχε ένα μεγάλο ασανσέρ, αυτό που γνωρίζετε με το κουβούκλιο και το πλέγμα. Μόνο που λειτουργούσε με μανιβέλα. Δεξιά στο βάθος ήταν η σκάλα. Ανέβαινες εφτά σκαλιά ως τα γραφεία της επιχείρησης κι άλλα έξι ως τον πρώτο όροφο.
Υπήρχαν δύο όροφοι από 16 δωμάτια. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν τουαλέτες ανά δωμάτιο έτσι θεωρήθηκε μεγάλη πολυτέλεια που το Θεοξένεια διέθετε έξι τουαλέτες σε κάθε όροφο. Μαζί με τα ερμάρια για τα σεντόνια που ήταν όλα λινά. Στο βάθος αριστερά ήταν η κουζίνα και η λάντζα, δίπλα μια αποθήκη με σαμπάνιες, κρασιά και κονιάκ. Το Άσυλο Βόλου έδινε μια γιορτή το Δεκαπενταύγουστο, όπου έβρισκες όλα τα κρασιά, τις σαμπάνιες και τα ουίσκι που ήταν σπάνια.
- Δεκαπενταύγουστο ήταν το ’39 που ξοδεύτηκαν 150 σαμπάνιες, 20 Ουάιτ βέμπελ και περφέξιον ουίσκι, 15 μπουκάλες κονιάκ «Κούτσικο» του Βόλου, πασίγνωστο τότε στην Ευρώπη. Στο βάθος, δεξιά, υπήρχαν δύο τουαλέτες μικρές και μια μικρή γκαρνταρόμπα. Στο υπόγειο κουζίνες, αποθήκες, βοηθητικοί χώροι. Εδώ έρχονταν συχνά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τον έφερνε ο Σπυρίδης, του οποίου το σπίτι το βλέπετε δίπλα και ο οποίος ήταν υπουργός Οικονομικών του Βενιζέλου. Από το 1936 έως τον πόλεμο θυμάμαι ότι ο Βενιζέλος έρχονταν σχεδόν κάθε χρόνο. Έμεινε από μια εβδομάδα έως και εικοσιπέντε μέρες.
- Στην Κατοχή πέρασα μια περιπετειώδη, αλλά όμορφη ζωή, επειδή λόγω του νεαρού της ηλικίας δεν φοβόμουν. Πρώτα το επιτάξανε οι Ιταλοί. Έμενε εδώ ένα Σύνταγμα, μ’ έναν συνταγματάρχη Μορτοράνο κι ένα φίλο που έκανα εγώ μετά, τον Μάριο Μπελίνι. Και οι δύο αυτοί άνθρωποι αγαπούσαν την Ελλάδα. Ο μεν συνταγματάρχης είχε δώσει εντολή να δίνουν στους φτωχούς πανιότες από το φούρνο και με τα άρβυλα του στρατού υπόδησε όλους τους ηλικιωμένους. Αυτή ήταν η αιτία που τουφεκίστηκε ο Μορτοράνο. Με τον κ. Μπελίνι είμαστε πολύ φίλοι ακόμη, τώρα είναι πολύ άρρωστος στο νοσοκομείο. Ο Κλειδωνάρης, ο Νίκος ο Πετούσης, ο Σταύρος ο Κατράνης, ο Σταύρος ο Αλεξανδρίδης κι εγώ κάναμε εδώ την πρώτη ΕΠΟΝ. Με τους Ιταλούς καλά περνούσαμε, ήρθε όμως μετά η συνθήκη του Μπαντόλιο, όλοι οι νέοι κάναμε μια μεγάλη παρέλαση ως τον Άγιο Κωνσταντίνο του Βόλου. Αλλά δυστυχώς μετά από τρεις μέρες κατέφθασαν 40 αυτοκίνητα Ες-Ες από την Λάρισα. Ήλθαν ως εδώ με τα πόδια κι έκαψαν ζωντανό τον Φιλιππώνη, την ώρα που χτυπούσε την καμπάνα να φύγουμε. Εκείνη η εποχή ήταν πολύ δύσκολη, επειδή οι Ες-Ες ήταν αδίστακτοι.
- Στη «Μάνα» στρατοπέδευε ένα τάγμα από αντάρτες. Ανεβαίνοντας οι Γερμανοί, για να πάρουν το τελευταίο τάγμα που είχαν στο Πλιασίδι, έδωσαν μια διαταγή «να μη μας πειράξει κανένας για να μη πειράξουμε κανένα». Την ώρα που έφευγαν, στρίβοντας τον Ταξάρχη, δύο αντάρτες από το νεκροταφείο τους έριξαν δύο ριπές. Αμέσως κατέβηκαν απ’ τα αυτοκίνητα, γύρισαν στο χωριό και το έκαψαν όλο.
Ιωσήφ Δασκαλάκης, τελευταίος Διευθυντής του «Θεοξένεια», 1944
- «Οι κυρίες χόρευαν κι έπαιρναν μέρος σε διαγωνισμούς πρωτότυπους. Θυμάμαι ότι για το διαγωνισμό καλύτερης τουαλέτας, μια κυρία που πήρε το πρώτο βραβείο, είχε ένα φόρεμα φτιαγμένο ολόκληρο από γαρδένιες.»
Θωμάς Πολυχρόνου
- «Πήγαμε με τους γονείς μας να δούμε τα «Καλουτάκια». Η μάνα μου φορούσε μια μακριά τουαλέτα. Πρώτη φορά την έβλεπα έτσι. Έβαλα τα κλάματα.»
- «Όταν σκότωσαν τον Φιλιππώνη, στον Άη Ταξάρχη, μπροστά στο καμπανάκι που χτυπούσε για να ειδοποιήσει το χωριό, έδωσαν διαταγή να περάσει όλο ο χωριό, μπροστά στο πτώμα, να δει το νεκρό και να παραδειγματιστεί. Πρώτη φορά έβλεπα καμένο άνθρωπο. Δεν θα το ξεχάσω αυτό το θέαμα.»
Ελένη Τσίγκρα
- «Ταυτόχρονα, ισχυρή δύναμη γερμανών κινήθηκε από το Πλιασίδι προς την ίδια κατεύθυνση. Πυροβολικό και όλμοι παίρνουν μέρος στη μάχη, με καταιγισμό οβίδων πάνω στις αντάρτικες θέσεις. Μετά από 2ωρο αγώνα, που εξελίχθηκε σε οδομαχίες στα πρώτα σπίτια της Πορταριάς, η ανταρτική διμοιρία που βρέθηκε μεταξύ δυο πυρών, αναγκάστηκε να συμπτυχθεί προς τη Μακρυνίτσα. Οι άλλες διμοιρίες, που βρέθηκαν έξω από τη μάχη συμπτύχθηκαν προς την Ανεμούτσα.
Ο απαιτούμενος συντονισμός, έλειψε από την αντάρτικη με την απουσία του δ/τή του λόχου, ο οποίος μαζί με τον δ/τή του τάγματος βρίσκονταν σε διάταξη αναγνώρισης της περιοχής Δράκειας – Χανίων.
Οι γερμανοί ενώθηκαν στην Πορταριά και αφού έκαψαν τα «Θεοξένια» και αρκετά σπίτια στην Πορταριά και το Κατηχώρι, επέστρεψαν στο Βόλο».
κείμενο - επιμέλεια - απομαγνητοφώνηση: Γιάννης Τσίγκρας
αναμνηστική φωτογραφία του μεσοπολέμου παραθεριστών του ΘΕΟΞΕΝΙΑ έμπροσθεν της βρύσης του εστιατορίου «Κρίτσα» στη πλατεία της Πορταριάς
Tαξειδιωτικές εντυπώσεις από το Πήλιον. Ανεβαίνοντας από Βόλο προς Πορταριά
της Μαίρης Σαββοπούλου, Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, 1943
«Λίγες ώρες μάς χωρίζουν ακόμα άπό τ' άγαπημένο μας χωριό, ώρες όμως πού δέν θά ξεχαστούν ποτέ γιά τίς ομορφιές τής φύσης πού μάς επιφυλάσσουν κατά τήν διαδρομή.
Πλησιάζει μεσημέρι καί τό αυτοκίνητο μόλις βγαίνει άπ' τό Βόλο. Αύτή τή φορά δέν θ' άκολουθήση όπως άλλοτε τον γεμάτο έλιγμούς δρόμο ανάμεσα σέ αμπέλια ή σέ άγονο έδαφος πλάϊ στό λόφο τής 'Επισκοπής. Θά διασχίση τήν καινούργια γραμμή πού ενώνει τήν πρωτεύουσα τής Μαγνησίας μέ τούς κατάφυτους συνοικισμούς τού 'Ανω Βόλου, γραμμή πού οφείλεται στή γενναιοδωρία τού γνωστού έδώ στήν Αίγυπτο Πηλιορείτου Ζαφρακοπούλου.
Διαδρομή ύπέροχη. Μόλις προφταίνουμε ν' άπολάψουμε τίς γύρω μας καλλονές τής φύσης καί ν' άτενίσουμε πρός τή θαυμασία άποψη τής Μακρυνίτσας καί τού 'Ανω Βόλου μέ τούς αρχαίους του πύργους καί τίς ροδομάγουλες κορασιές δίπλα στίς βρύσες μέ τό κρυσταλλένιο τους νερό. 'Οσο προχωρούμε τόσο κ' αίσθανόμαστε τ' άεράκι νά ψιθυρίζη στ' αυτιά μας το προανάκρουσμα μιάς μυστηριώδους βουνίσιας σύνθεσης, ένώ τά τρελλά τζιτζίκια πάνω στά δέντρα τών κήπων όργιάζουν μέ τήν αδιάκοπη καί μονότονη δική τους μελωδία.
Καταμεσήμερο πιά. Η έργατιά στούς κήπους καί στά χωράφια σταμάτησε τή σκληρή της δουλειά γιά νά γευματίση καί μόνο πιό πάνω άπ' τόν "Ανω Βόλο καί πρός τήν Πορταριά, ανάμεσα στά έλαιοπερίβολα, κάτι ξερακιανοί, μά καί λεβέντες, χωρικοί σηκώνουν τά κεφάλια τους πάνω άπ' τά τσαπιά τους γιά νά μάς καλωσορίσουν, κατά τήν συνήθεια τών μερών έκείνων, συνήθεια πού έχει πολύ μακρυνή τήν παράδοση. Είναι οί νεροκράτες πού έχουν τήν ευθύνη γιά τό πότισμα τών κτημάτων καί πού γι' αυτούς δέν χωράει μεσημέριασμα.
Πορταριά
Αίσθανόμουνα ένα κόσμο μακρυνό καί ξεχασμένο νά ξανάρχεται στη φαντασία μου, νά μιλή, νά κινήται. "Ανθρωποι σκυφτοί καί σιωπηλοί μάζευαν αύτά τά εύεργετικά βότανα τού βουνού καί τάκρυβαν μεσ' στίς σπηληές τούς γιά τήν ανακούφιση τών αρρωστημένων ανθρώπινων κορμιών πού κατέφευγαν έως εκεί ζητώντας βοήθεια καί γιατριά. Κ' ηταν τό ίατρεϊο τής πολύ μακρυνής εκείνης εποχής, πολύ ψηλά, πάνω έκεί στήν κορυφή τού βουνού, στό σημερινό «Πλιασίδι», μέσα σέ μιά σπηληά, τό γνωστό «"Αντρο τού Κενταύρου Χείρωνος ». "Ετσι λεγόταν ό 'Αρχίατρος, να πούμε, τής εποχής εκείνης, μά θά υπήρχαν κι' άλλοι, μέ πιό λίγες βέβαια γνώσεις Ιατρικές, πού βοηθούσαν τούς άρρώστους να γιάνουν.
Ο Χείρων γνώριζε κι' άλλες επιστήμες, ήταν ό πιό σοφός τής εποχής του καί ό δικαιότερος τών Κενταύρων, πού είχαν τήν επιτηδειότητα νά εξημερώνουν τ' άγρια άλογα καί νά διακρίνωνται στήν ιππασία. `Ο Χείρων έθεράπευε καί τό σώμα καί τήν ψυχή.`Ο'Αριστοτέλης τόν θεωρούσε όχι μόνον έπιδέξιον θεραπευτή, μά καί μεγάλο δάσκαλο τεχνών καί επιστημών.
`Η σημερινή βοτανολογία έχει τήν καταγωγή της άπό τό Χείρωνα. Μά κι' ό 'Ασκληπιός ήταν Πηλιορείτης καί μαθητής του. Είναι ενδιαφέρουσα ή μυθολογία καθώς καί ή Ιστορία πού σχετίζονται μέ τό Πήλιο. 'Εκεί επάνω έγιναν οί γάμοι τού Πηλέως καί τής Θέτιδος. 'Εκεί καί τό παιδί τους, ό ήμίθεως 'Αχιλλεύς, άνετράφη άπ' τόν άγαθό Χείρωνα. 'Εκεϊ έβασίλευσεν ό Φιλοκτήτης, πού κατά τόν "Ομηρο σκότωσε τόν άρπαγα τής `Ελένης, Πάρι.
'Από τό ίδιο βουνό ό μονοσάνδαλος 'Ιάσων ξεκίνησε μέ τήν 'Αργώ γιά νά φέρη άπό τήν Κολχίδα τό χρυσόμαλλο δέρας. Τόση ώραία καί συμβολική μυθολογία κάνουν τόν σημερινό οδοιπόρο, πού διασχίζει τά χωριά καί προχωρεϊ ψηλά στά δάση τού βουνού, νά βλέπη δυό κόσμους, τόν παληό καί τόν τωρινό, `Ο παληός είναι μάλλον θρυλικός, γιατί στήν πραγματικότητα τό Πήλιο δέν φαίνεται νά ήταν κατοικημένο στήν άρχαιότητα, παρά μόνο στά παραλιακά του μέρη `Ο τωρινός είναι γεμάτος ζωή, εύμορφιά, πολιτισμό.
απόψεις της Πορταριάς
Παντού νοικοκυρωσύνη καί λάτρα. Οί αυλές στολισμένες μέ τίς ασβεστωμένες τους γλάστρες, τίς γεμάτες λουλούδια. Στά παράθυρα ανεμίζουν τά φρεσκοκολλαρισμένα κουρτινάκια. Δέν εΐναι μονάχα ή φύση πού τραβά τόν κόσμο, άλλά κ' ή εύγένεια, κ' οί καλοί τρόποι τών κατοίκων. Φύση καί πολιτισμό άπαντά κανείς αρκετό στήν Πορταριά, καθώς καί τήν απαραίτητη άνεση στό φημισμένο ξενοδοχείο στα «Θεοξένεια» 'Αλήθεια, τί λαμπρό κέντρο τά «Θεοξένεια» . Συγχρονισμένο καθ' όλα εί μπορεϊ νά εύχαριστήση καί τόν πιό ιδιότροπο παραθεριστή.
Καί τώρα, αφού περάσαμε καί τό τελευταίο σπίτι τή Πορταριάς, ακολουθούμε τόν καθαυτό δρόμο τής Ζαγοράς. 'Αριστερά μας τό πρώτο πού συναντούμε είναι ένα κτίριο πυργωτό, το περίπτερο τών Παιδικών 'Εξοχών τού 'Ερυθροϋ Σταυρού Βόλου. 'Εδώ, όπως καί πιό Ψηλά στό μοναστήρι τ' "Αη Γιάννη τής Πορταριάς, όπου έχει έγκαταστήσει τις παιδικές του 'Εξοχές τό Πατριωτικό 'Ιδρυμα, μέ τήν έπίβλεψη ειδικών διδασκάλων, περνούν τούς καλοκαιρινούς τους μήνες τ' ασθενικά φτωχόπαιδα.
Τί πρόοδος, τί ανθρωπισμός πιό πέρα ένα μικρό όρμανάκι άπό άγριοκαστανιές καί στήν άκρη του ένα καλυβάκι κτιστό, άποτελούν ένα ύπέροχο ταμπλώ. Μετά άπό μιά στροφή βρισκόμασθε πάνω σ' ένα απόκρήμνο βράχο, τό γνωστό ώς «Λυκόπετρα». 'Από τή θέση αύτή θ' άντικρύσουμε γιά τελευταία φορά τόν Παγασητικό μέ τά βαποράκια του, τήν όμόρφη πόλη τού Βόλου, πού λές καί λούζεται ήδονικά στά νερά του...
φωτογραφικό υλικό και κείμενα από την Ομάδα: «Μαγνησία στο Πέρασμα του Χρόνου», Facebook
Αρχείο: Θανάση Γέρμανου
επιμέλεια: J.Eco






















