Social Media Icons

Το μπακάλικο του Κεφαλληνού στο Κεραμεικό, 1950

Ιουλ 19, 2026 0 comments

 


Ήμουν δεν ήμουν 10 χρόνων. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα φυσικά. Ήταν όμως η ώρα που έπρεπε να ξυπνήσω. Πάντα την στιγμή που κοιμάμαι πιο βαθιά. Την ώρα που έχω βρεί την πιο βολική θέση. Που η Γιάννα, η μικρή μου αδερφή, δεν με κλωτσαει, ούτε και μου τραβάει την κουβέρτα. Αυτό είναι το ξυπνητήρι μου. Όταν καταλαβαίνω ότι κάνω τον καλύτερο, τον πιο βαθύ ύπνο, τότε πρέπει να σηκωθώ από το κρεβάτι. Τι κρεβάτι; Τα τραπέζια ενώνουμε, τα στρώνουμε και εκεί ξαπλώνουμε.

Άρχισα να μετράω. Όταν έπιασα το εφτά η πόρτα έκλεισε. Η μάνα βγήκε. Έφυγε να πάει στη μπακαλοταβέρνα  του πατέρα μου. Πρέπει να μαγειρέψει.

Σηκώθηκα, λοιπόν και εγώ, έβαλα τα ρούχα μου, μέσα στο σκοτάδι, τα παπούτσια μου και βγήκα και εγώ στην αυλή, να φύγω. Τα παράθυρα, από τα υπόλοιπα σπίτια της αυλής, ακόμα δεν είχαν ανοίξει. Ήταν νωρίς ακόμα, περίπου πέντε, αν είχα υπολογίσει σωστά.

Την ησυχία της αυλής, έσπασε η φωνή της μάνας μου, από μακριά «Νίψου». Εντολή. Κρύωνα αλλα υπάκουσα. Ας έκανα κ αλλιώς. Φορτώθηκα τα μπουκάλια με το γάλα, που είχε αφήσει ο πατέρας μου και ξεκίνησα τη γνωστή μου διαδρομή. Η μάνα μου και εγώ βοηθούσαμε τον πατέρα μου . Εκείνη όλη μέρα στο μαγαζί και εγώ μοίραζα το γάλα στη γειτονιά. Μεγάλωσα πια και ντρεπόμουν να τον αφήνω να κουράζεται.

Βγήκα λοιπόν, στην Ιερά Οδό. Όλα γνώριμα. Η κίνηση  στη λαχανογορά, είχε δειλά δειλά ξεκινήσει. Τα φουγάρα του γκαζιού, παρακάτω, κάπνιζαν και αυτά. Όλα στη θέση τους. 

Πέρασα απέναντι και μπήκα στο γκαζοχώρι. Είκοσι οικογένειες περίμεναν να τους παραδώσω το γάλα τους.  Άφηναν αποβραδύς τα λεφτά στο πεζούλι. Έπαιρνα τα χρήματα, άφηνα τα μπουκάλια. Μετρημένες δουλειές, καθαρές δουλειές. Σχήμα οξύμωρο για μια τέτοια γειτονιά. Από τη μια η μαυρίλα από το εργοστάσιο του γκαζιού και οι τσακωμοί της λαχαναγοράς και από την άλλη τα χρήματα που κανείς δεν έκλεβε. 

Στη γειτονιά δεν έμεναν πλούσιοι, παρά μόνο λίγοι  λαχαναγορίτες.  Οι περισσότεροι ήμασταν οικογένειες που έπρεπε να δουλεύουμε  από μικροί για να τα φέρουμε βόλτα. Εργάτες, έμποροι και κάπου-κάπου ξέφευγε κανένα παιδί και κατάφερνε να σπουδάσει. Αυτοί γύριζαν πίσω αριστεροί, μοίραζαν κρυφά τις προκηρύξεις. Πόσες φορές μου τις έβαζαν μέσα στο παντελόνι. Εμένα δε θα με υποπτεύονταν κανείς, ήμουν μικρός. Μπήκα λοιπόν στο γκαζοχώρι. 




Ο πρώτος δρόμος που μοίραζα ήταν η Ιεροφαντών, πίσω ακριβώς από τη λαχαναγορά. Άκουγα τους εργάτες να κουβαλάνε μέσα στη νύχτα, να μαλώνουν, να κάνουν παζάρια. Έκανα έναν μεγάλο κύκλο στα στενά, μάζευα τα κέρματα μέσα στην τσέπη μου. Ήμουν μικρός αλλά δυνατός. Τα μπουκάλια τα κουβαλούσα στην πλάτη με μια ειδική κατασκευή από τριχιά που είχα φτιάξει με τον πατέρα μου. Δεν κουραζόμουν. Μόνο ήθελα να βοηθάω τον πατέρα μου και τη μάνα μου. Μαζί μεγάλωναν  εμάς, έξι παιδιά κι άλλα τέσσερα ανίψια του πατέρα μου.  Παιδιά του αδελφού του πατέρα μου που ήταν φυλακή. Σκότωσε κάποιον στη Ζάκυνθο για την τιμή του.

 Μετά τον μεγάλο αυτό κύκλο, μέσα στο γκαζοχώρι,  έφτανα πάντα στον τελευταίο σταθμό της διαδρομής μου. Ένα περίεργο κυκλικό στενό, παράστενο, το σοκάκι της οδού Βουτάδων.

 Ήταν πάντα σκοτεινό και άδειο, ακριβώς πίσω από το εργοστάσιο του γκαζιού. Πολλές νύχτες στο σοκάκι αυτό μπορεί να κοιμόταν κάποιος μεθυσμένος ή να αντάμωναν να λύσουν τις διαφορές τους εργάτες από τον Γκάζι. Αυτό το στενό το άφηνα πάντα τελευταίο. Δεν ήθελα να κουβαλάω βάρος, με τρόμαζε αυτό το δρομάκι. Τα σκοτάδια του, οι ιστορίες του και κυρίως ησυχία του. Κάθε βράδυ...

Ήταν που ήταν τα σκοτεινό αυτό το σοκάκι,  ήταν και η φαντασία μου που έφτιαχνε εικόνες, έβλεπα τις κληματαριές στις εισόδους, σχήματα ψηλά, σαν απειλές. Κάθε βράδυ λοιπόν, όταν έφθανα στην αρχή αυτού του δρόμου, που δεν μπορούσα να το δω καθαρά, έπαιρνα μια βαθιά αναπνοή και μοίραζα τα μπουκάλια σχεδόν τρέχοντας, προσπαθώντας να μην σκέφτομαι. Άκουγα μόνο το χτυποκάρδι μου. Δεν μίλησα ποτέ σε κανέναν . Δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι υπάρχει κάτι που εγώ το φοβάμαι. Σε αυτή τη γειτονιά δεν έπρεπε να φοβάσαι. 




Οπότε και εγώ γρήγορα-γρήγορα μοίραζα και σχεδόν τρέχοντας έφτανα στην άκρη του στενού και έβγαινα πια στην κάθετη οδό, την οδό Ευμολπιδών, για να πάω διαγώνια και να βγω πάλι στην Ιερά οδό, να περάσω απέναντι και να φτάσω στην αρχή της διαδρομής μου, στη Λεωνίδου. Αυτό το βράδυ ήταν πιο ήσυχο. Η βοή της αγοράς καταλάγιασε, σαν να τη  ρούφηξε το σκοτάδι αυτής της καμπύλης. Δίστασα, αλλά όπως είπαμε δεν φοβάμαι. Δίστασα πιο πολύ. Η βαθιά αναπνοή μου έφτασε μέχρι τις πατούσες μου. Πήρα λοιπόν τη μεγάλη μου απόφαση και μπήκα. 

Απόψε όμως μπήκα  τρέχοντας. Τα τρία τελευταία μπουκάλια στην πλάτη μου χτυπούσαν το ένα με το άλλο. Έκανα εγώ φασαρία τώρα. Άφησα το πρώτο και το δεύτερο και πιο γρήγορα ακόμη και πιο ανάλαφρος έφτασα στο τρίτο πορτόνι. Άφησα το μπουκάλι, πήρα τα κέρματα και γύρισα την πλάτη μου να φύγω, να φύγω σίφουνας για το φως της Ευμολπιδών. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς στάθηκε κάτι μπροστά μου, μια σκιά. Πάγωσα. Από την τρομάρα μου δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα. Τα δευτερόλεπτα μου φάνηκαν  αιώνας. Έπρεπε να αντιδράσω γρήγορα, πολύ γρήγορα. 

Η σκιά με είχε πλακώσει. Αρχίζω να τρέχω κατά πάνω της. Νόμιζα ότι θα τη διαπεράσω. Φυσικά έπεσα επάνω της. Επάνω του δηλαδή. Τον έσπρωξα όσο πιο δυνατά μπορούσα και συνέχισα. Ακούστηκε τότε. Ε, ποιος είσαι εσύ? Φοβάσαι μικρέ? Σταμάτησα, απάντησα δυνατά. Είμαι ο Γιούλιος, ο γιος του Νάρκισσου του Κεφαλληνού και δε φοβάμαι κανέναν. Κοίταξα μπροστά, ποτέ πίσω και έτρεξα πάλι. Άκουσα γέλια πίσω μου αλλά δεν γύρισα. Ούτε κατάλαβα πότε έφτασα στη Λεωνίδου. 

Είδα από μακριά τα φώτα της μπακαλοταβέρνας του πατέρα μου. Εκεί στη γωνία. Όλα πια ηρέμησαν. 

Τώρα πια δεν έχω να φοβάμαι τίποτα...



κείμενο : Σοφία Κεφαλληνού




Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}

Το Aspromavro είναι μια αναζήτηση στην ελληνική και διεθνή ιστορία της Φωτογραφίας μέσα από άρθρα, παρουσιάσεις και αφιερώματα. 'Ενα προσωπικό σημειωματάριο για τη Φωτογραφία από το 1998.
Aspromavro is a search in the Greek and international history of Photography through articles, presentations and tributes. A personal notebook on Photography since 1998.