«Στην πραγματικότητα, το μόνο που φωτογραφίζουμε εμείς οι φωτογράφοι είναι τον εαυτό μας πάντα μέσα από τον άλλο»
Evelyn Hofer
Στα χνάρια του August Sander και πρόδρομος του William Eggleston
Γεννημένη στο Μάρμπουργκ της Γερμανίας το 1922, η Hofer ήταν φωτογράφος, γνωστή για τα ευαίσθητα πορτρέτα, τα τοπία και τις νεκρές φύσεις της.
Παθιασμένη πιανίστα, αρχικά ακολούθησε αυτόν τον δρόμο, αλλά αφού η αίτησή της στο Ωδείο του Παρισιού απορρίφθηκε, επέλεξε να επικεντρωθεί στη φωτογραφία. Μαθητεύοντας και παρακολουθώντας ιδιωτικά μαθήματα με πολλούς φωτογράφους τόσο στη Βασιλεία όσο και στη Ζυρίχη, μεταξύ των οποίων και ο Χανς Φίνσλερ, ένας από τους πρωτοπόρους του κινήματος της «Νέας Αντικειμενικότητας», η εκπαίδευση της Χόφερ κάλυψε τόσο τις τεχνικές όσο και τις θεωρητικές πτυχές του μέσου, περιλαμβάνοντας τις θεωρίες της αισθητικής καθώς και τις χημικές διεργασίες που εμπλέκονται στην παραγωγή εκτυπώσεων.
Το 1942, η οικογένειά της μετακόμισε στο Μεξικό, αλλά η μετακόμισή της στη Νέα Υόρκη τέσσερα χρόνια αργότερα σηματοδότησε πραγματικά την αρχή της καριέρας της ως φωτογράφου. Λίγο μετά την άφιξή της, τράβηξε την προσοχή του διάσημου σχεδιαστή και φωτογράφου Alexey Brodovitch, ο οποίος, εκείνη την εποχή, ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Harper’s Bazaar.
Ο Brodovitch προσέλαβε την Hofer ως φωτογράφο εκδόσεων, γεγονός που οδήγησε σε περαιτέρω συνεργασίες με πολλά έγκριτα έντυπα περιοδικά και εφημερίδες, όπως το Vogue και η The New York Times.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Hofer επιμελήθηκε τις εικόνες για το βιβλίο της Μέρι Μακάρθι «Stones of Florence», μια λογοτεχνική ανάλυση της ιστορίας και του πολιτισμού της τοσκανικής πόλης. Αυτό αποτέλεσε ένα σημαντικό ορόσημο στην καριέρα της, καθώς η Hofer συνέχισε να συνεργάζεται με διάσημους συγγραφείς, όπως ο V.S. Prichett και ο Jan (James) Morris, δημιουργώντας παρόμοια βιβλία για άλλες πόλεις, όπως το Δουβλίνο, το Παρίσι και η Ουάσιγκτον. Οι εκπληκτικές εικόνες της, που αποτυπώνουν τέλεια την ουσία των θεμάτων τους, παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά για τα οποία το έργο της είναι πλέον συνώνυμο.
Σε αντίθεση με τις δυναμικές, χειροκίνητες φωτογραφικές μηχανές που προτιμούσαν οι περισσότεροι από τους συγχρόνους της, η Hofer εργαζόταν κυρίως με μια φωτογραφική μηχανή μεγάλου φορμά τοποθετημένη σε τρίποδο, μια διαδικασία που απαιτούσε μεγάλη υπομονή και προσοχή. Αυτό αντανακλάται στην ευαισθησία και την ηρεμία που χαρακτηρίζουν το έργο της· η προσέγγισή της είναι μελετημένη, θυμίζοντας τον συμπατριώτη της, August Sander.
Οι εικόνες της είναι μελετημένες, αλλά ποτέ τεχνητές, διατηρώντας μια προσεκτική ισορροπία μεταξύ του ρεαλισμού της φωτογραφίας ντοκιμαντέρ και της δικής της υποκειμενικής οπτικής.
Τα εκπληκτικά πορτρέτα της, το έργο για το οποίο είναι ίσως πιο γνωστή, αποτελούν μια κοινωνιολογική τομή, από τους νεκροθάφτες στο Δουβλίνο που ξεκουράζονται πάνω στα φτυάρια τους, μέχρι τους Αφροαμερικανούς εκκλησιαζόμενους στο Χάρλεμ.
Η Χόφερ φωτογράφιζε πάντα τα υποκείμενά της εκεί όπου τα συναντούσε, προκειμένου να τους προσφέρει μια αίσθηση οικειότητας με το περιβάλλον τους και να τα παρουσιάσει με ήρεμη αξιοπρέπεια, προσπαθώντας πάντα να αποτυπώσει αυτό που η ίδια περιέγραφε ως «εσωτερική αξία, κάποιο εσωτερικό σεβασμό».
Οι νεκρές φύσεις της, τις οποίες άρχισε να απεικονίζει πιο συχνά από τη δεκαετία του 1970, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστα έργα που αποδεικνύουν μια αριστοτεχνική κατανόηση της φόρμας, του φωτός και του χρώματος.
Φαινομενικά καθημερινά αντικείμενα αποκτούν βαθιά σημασία η οποία, όταν τα βλέπει κανείς μέσα από το φακό της, θυμίζει το έργο των ολλανδών και ισπανών δασκάλων του 17ου αιώνα, κάτι που μαρτυρά το έντονο ενδιαφέρον για τη ζωγραφική που διατήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Στην πραγματικότητα, το ενδιαφέρον της για το μέσο αυτό επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το έργο της· κάποτε είχε δηλώσει ότι οι πολλοί ζωγράφοι με τους οποίους είχε αναπτύξει στενή φιλία «μου έμαθαν πώς να βλέπω».
Στη δεκαετία του 1960, η Hofer άρχισε να χρησιμοποιεί έγχρωμο φιλμ και την τεχνική της εκτύπωσης με μεταφορά χρωστικής, μια περίπλοκη διαδικασία που σπάνια χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή.
Συνέχισε να εργάζεται τόσο με έγχρωμες όσο και με ασπρόμαυρες φωτογραφίες σχεδόν μέχρι το θάνατό της στην Πόλη του Μεξικού, σε ηλικία 87 ετών, αν και παρέμεινε μια κάπως αινιγματική φιγούρα, χωρίς να αποκτήσει ποτέ μεγάλη προσωπική φήμη κατά τη διάρκεια της ζωής της. Αυτό οδήγησε τον διάσημο κριτικό τέχνης Hilton Kramer να την χαρακτηρίσει ως «την πιο διάσημη άγνωστη φωτογράφο στην Αμερική».
Η Evelyn Hofer, «με μια νέα ματιά»
Κατά τη διάρκεια μιας καριέρας που διήρκεσε μισό αιώνα, ήταν γνωστή μόνο στους γνώστες του χώρου για τα προσεκτικά στη σύνθεση πορτρέτα και τοπία της, καθώς και για τις συνεργασίες της με διακεκριμένους συγγραφείς σε μια σειρά ταξιδιωτικών βιβλίων για το Παρίσι, το Δουβλίνο και η Νέα Υόρκη. Οι εικόνες, σε ασπρόμαυρο και έγχρωμο, έχουν μια διαχρονικότητα, χωρίς όμως να μοιάζουν με παλιομοδίτικα εκθέματα μουσείου.
Ο κ. Kramer τότε επικεφαλής κριτικός τέχνης της εφημερίδας The New York Times, εξήρε την «ικανότητά της για καθαρή παρατήρηση» και τη «γαλήνια αδιαφορία της για το τυχαίο, το άθλιο, το φτηνό και το χυδαίο».
«Η τέχνη της είναι μια πολύ κλασική τέχνη, άψογη η ματιά της για τη μορφή, ακούραστη όπως είπε και ο Pasternak, στα θέματά της και όμως εντελώς αποστασιοποιημένη από τη φασαρία στην οποία ο σύγχρονος φωτογράφος είναι υποχρεωμένος, αναγκαστικά, να εργάζεται και να κερδίζει τα προς το ζην», έγραψε ο Kramer το 1982, με την ευκαιρία μιας έκθεσης στη Γκαλερί Witkin, την οποία χαρακτήρισε ως το φωτογραφικό γεγονός της σεζόν.
«Ίσως ένας τρόπος να διακρίνουμε το στυλ της Hofer, και την ιδιαίτερη συμπάθεια που επιδεικνύει στα ποικίλα θέματα, είναι να επισημάνουμε ότι για εκείνη δεν υπάρχουν «χαμηλά» θέματα. Ό,τι φωτογραφίζει αποκτά υψηλή αξιοπρέπεια».
Ο James Danziger, ο γκαλερίστας που την εκπροσωπεί σήμερα, πρωτογνώρισε το έργο της Hofer όταν ήταν υπεύθυνος φωτογραφίας στο περιοδικό «The London Sunday Times Magazine» στα τέλη της δεκαετίας του 1970.
«Ένα από τα πρώτα πράγματα που με εντυπωσίασαν στο έργο της ήταν η σοβαρότητά του», είπε. «Σοβαρό σε μια εποχή που πολλοί δημιουργούσαν πολύ ζωντανά έργα, όπως η Annie Leibovitz και ο Robert Mapplethorpe, που βρισκόταν στον αντίθετο πόλο. Οι φωτογραφίες της Hofer ήταν πολύ ήρεμες και καθαρές».
Τα τελευταία χρόνια, είπε ότι είχε ανανεώσει την εκτίμησή του για το έργο της, ειδικά για τη λεπτότητα και τις αποχρώσεις του, ακόμα και αν τα αμερικανικά μουσεία δεν το έκαναν.
«Η Hofer δεν ανέχονταν εύκολα τους ανόητους», είπε ο Danziger. «Σίγουρα δεν έπαιζε τα παιχνίδια του κόσμου της τέχνης».
Η Hofer oργάνωσε την έκθεσή της τον περασμένο χρόνο, επιλέγοντας περίπου 54 εικόνες από το συνολικό έργο της. Μας εντυπωσίασε από τη συνέπειά της, είτε φωτογράφιζε κατόπιν παραγγελίας είτε για τον εαυτό της.
«Υπάρχει μια αδιάσπαστη συνέχεια στο έργο της», είπε ο Danziger, «δεν έχεις την αίσθηση ότι ένα συγκεκριμένο πορτρέτο έγινε για ένα περιοδικό. Δεν έχεις την αίσθηση ότι λείπει κάποια λεζάντα. Η σύνθεση την καθιστά μια δυνατή φωτογραφία που αφηγείται τη δική της ιστορία».
Με αυτή την έκθεση, ο Danziger ελπίζει να ξαναγράψει ένα μέρος της ιστορίας της Hofer.
«Η φράση ότι ήταν “η πιο διάσημη άγνωστη φωτογράφος στην Αμερική” ήταν κάτι με το οποίο ζούσε όλη της τη ζωή». «Ελπίζω ότι αυτή η έκθεση σίγουρα θα το αλλάξει αυτό».
Βιογραφία
Η Evelyn Hofer γεννήθηκε στο Μάρμπουργκ της Γερμανίας το 1922 και πέθανε το 2009 στη Πόλη του Μεξικού. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, η Hofer δημιούργησε ένα έργο που ανατρέχει στην παράδοση του August Sander και προαναγγέλλει το έγχρωμο έργο του William Eggleston, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί ως «η πιο διάσημη άγνωστη φωτογράφος της Αμερικής» από τον κριτικό τέχνης της New York Times, Hilton Kramer έναν αφοσιωμένο υποστηρικτή του έργου της.
Το έργο της Hofer έχει επηρεάσει φωτογράφους όπως οι Thomas Struth, Joel Sternfeld, Adam Bartos, Rineke Dijkstra, Judith Joy Ross και Alex Soth. Έχουν πραγματοποιηθεί αναδρομικές εκθέσεις του έργου της στο Musée de l'Elysée στη Λωζάνη (1994), στο Aarggauer Kunsthaus στην Ελβετία (2004) και στο Fotomuseum της Χάγης (2006).
Tο έργο της παρουσιάστηκε στη Villa Stuck του Μονάχου, στο πλαίσιο της συλλογής Goetz, στην έκθεση «Street Life and Home Stories», μαζί με το έργο των φωτογράφων William Eggleston, August Sander, Diane Arbus, Thomas Struth και Nan Goldin.
Όταν η Hofer ήταν έντεκα ετών, η οικογένειά της εγκατέλειψε τη ναζιστική Γερμανία και κατέφυγε στην Ελβετία. Αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει φωτογράφος και άρχισε να δουλεύει μεθοδικά. Ξεκίνησε τη μαθητεία της στο Studio Bettina, ένα στούντιο πορτρέτων, και πήρε ιδιωτικά μαθήματα από τον Hans Finsler, έναν από τους πρωτοπόρους του κινήματος της «Νέας Αντικειμενικότητας».
Οι σπουδές της Hofer κάλυπταν τα πάντα, από τη φωτογραφική τεχνική έως τη θεωρία της τέχνης. Δεν έμαθε μόνο τη σύνθεση και τις βασικές θεωρίες της αισθητικής, αλλά και τη χημεία που εμπλέκεται στην παραγωγή των φωτογραφικών εκτυπώσεων.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, έγινε μία από τις πρώτες φωτογράφους καλών τεχνών που υιοθέτησε τη χρήση έγχρωμου φιλμ και τη σύνθετη διαδικασία εκτύπωσης με μεταφορά χρωστικής ως συνήθη πρακτική.
Καθ' όλη τη διάρκεια της μακράς καριέρας της, η Hofer συνέχισε να φωτογραφίζει τόσο σε έγχρωμο όσο και σε ασπρόμαυρο φιλμ, αποφασίζοντας ποιο ήταν το πιο κατάλληλο για το συγκεκριμένο θέμα.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η καριέρα της Hofer πήρε μια σημαντική στροφή όταν η συγγραφέας Mary McCarthy της ζήτησε να δώσει φωτογραφίες της για το "The Stones of Florence", μια λογοτεχνική εξερεύνηση της ιστορίας και του πολιτισμού της πόλης αυτής.
Για τα επόμενα σαράντα χρόνια, η Hofer συνεργάστηκε με συγγραφείς όπως ο V.S. Pritchett και ο Jan (James) Morris για την παραγωγή βιβλίων για την Ισπανία, το Δουβλίνο, τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Παρίσι, την Ελβετία και την Ουάσιγκτον, στα οποία συνδύαζε πορτρέτα με αστικά τοπία.
Χρησιμοποιώντας μια ογκώδη φωτογραφική μηχανή 4x5 ιντσών με σκόπευτρο, η Hofer φωτογράφιζε πάντα τα θέματά της εκεί όπου τα έβρισκε. Προτιμούσε σκηνές προσεκτικά συνθεμένες με μια ακίνητη, διαχρονική αύρα. Σχεδόν σε αντίθεση με το αυθόρμητο έργο των συγχρόνων της Eggleston και William Klein, η Hofer χρησιμοποιούσε εξαιρετική υπομονή για να επιβραδύνει τον κόσμο, να εξετάσει τις συνθήκες του και να αποτυπώσει την ακριβή εικόνα που οραματιζόταν, αναζητώντας μια «εσωτερική αξία και ένα εσωτερικό σεβασμό» για τους ανθρώπους που φωτογράφιζε.
Ο στόχος της Hofer ήταν να ξεπεράσει τη φωτογραφία ντοκουμέντου και να δημιουργήσει μια υποκειμενική ερμηνεία του κόσμου, μεταδίδοντας τόσο το πνεύμα της εποχής όσο και ένα διαχρονικό μήνυμα.
Μια φωτογράφος δρόμου διαφορετικού είδους, οι φωτογραφίες δρόμου της Hofer μεταφέρουν το ενδιαφέρον της καλλιτέχνιδας για τις κοινωνιολογικές συνδέσεις και προσφέρουν μια οξυδερκή ματιά στην κοινωνία και την εποχή.
Οι τεχνίτες και οι αριστοκράτες της, οι οικογένειες και οι κοινωνικές ομάδες της είναι κάτι περισσότερο από απλά οικεία πορτρέτα, συνιστούν την επιτομή των δυνατοτήτων και των περιορισμών της ανθρώπινης κατάστασης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, όταν ρωτήθηκε για τη γνώμη της σχετικά με το ότι την αποκαλούσαν «την πιο διάσημη άγνωστη φωτογράφο της Αμερικής», είπε ότι της άρεσε.
Καταλάβαινε ότι αυτό που είχε σημασία ήταν το έργο και όχι η προσωπική φήμη.
επιμέλεια: J.Eco
πηγές: The Indepentent Photographer, The New York Times, Danziger Gallery NY





































































