Η ζωή και το έργο ενός μεγάλου αυτοδίδακτου Ιταλού φωτογράφου
Το ατμοσφαιρικό Piemonte
Γεννήθηκε στο Τορίνο το 1927 και απεβίωσε στη Μπιμπιάνα το 2018, ήταν ένας από τους πιο συναρπαστικούς αλλά και λιγότερο γνωστούς Ιταλούς φωτογράφους.
Ο Cantamessa είναι ένας κύριος γεμάτος κομψότητα και στυλ, ακόμα και στον τρόπο που σε κοιτάζει στα μάτια. Ένας άνδρας του περασμένου αιώνα που φυλάει ακόμα σε ένα συρτάρι την πρώτη φωτογραφία που τράβηξε στη σύζυγό του Φελιτσίτα.
Μοιάζει σαν να βγήκε από μια φωτογραφία. Αν τον κοιτάξεις καλά, είναι ο ίδιος με τον κύριο που υπάρχει σε ένα μικρό καθρέφτη που τραβήχτηκε τη δεκαετία του '60. Μία selfie πριν από την εποχή του.
Για να πετύχεις μια φωτογραφία όπως τη δική του, καθαρή και ακριβή, δεν αρκεί μόνο το πάθος για το μέσο, χρειάζεται μια ισορροπία, μία ικανότητα να συλλαμβάνεις τη μυστική αρμονία μεταξύ του θέματος και του περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκεσαι, συν την ικανότητα να ζωγραφίζεις και να αποτυπώνεις το θέμα σου με φως και σκιά.
Από μικρή ηλικία ο Cantamessa ασχολήθηκε με τη φωτογραφία. Στα δεκαεπτά του χρόνια άρχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα της Ένωσης Φωτογραφίας Subalpina του Τορίνο. Μια εμπειρία που τον διαμόρφωσε και τον οδήγησε να μάθει για τη σύνθεση, το περιεχόμενο και την επιλογή των θεμάτων. Εκεί θα γνωρίσει και τον Prieri, ένα φωτογράφο προικισμένο με τεράστια κουλτούρα και φινέτσα, δημιουργώντας εκλεπτυσμένες και τολμηρές εικόνες για εκείνη την εποχή. «Μου δίδαξε τη κουλτούρα του στυλ και της αισθητικής», θυμάται ο Cantamessa.
Και πρέπει να είχε μάθει καλά ο μαθητής, αφού το 1957 ήρθε και η πρώτη αναγνώριση από τη Διεθνή Ομοσπονδία Φωτογραφικής Τέχνης στη Βέρνη για τις φωτογραφίες του, ενώ το 1961 η Εθνική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι απέκτησε μερικά από τα έργα του.
Εκείνα τα χρόνια έλαβε για δώρο από τη σύζυγό του και την πρώτη του φωτογραφική μηχανή, την ιταλική Bencini Comet.
Το μόνο που έλειπε ήταν ένα σκοτεινό δωμάτιο για να ολοκληρώσει τη δουλειά του. Το έφτιαξε μόνος του σε ένα υπόγειο, όπου η μυρωδιά του μούχλας ανακατευόταν με τα χημικά για την εμφάνιση. Μυρωδιές που, σήμερα στην ψηφιακή εποχή είναι άγνωστες, κάνοντας ακόμα πιο συναρπαστικό το να θυμόμαστε ότι μια φωτογραφία γεννιέται, σιγά-σιγά, σε ένα φύλλο λευκού χαρτιού.
Πολλές από τις φωτογραφίες του εκτέθηκαν στην Galleria La Stampa, δίπλα σε εκείνες του Werner Bischof (ενός από τους ιδρυτές της Magnum). Άλλες, αντίθετα, κατέληξαν σε ένα συρτάρι, και μερικές σε ένα καλάθι, που τις φύλαγε η σύζυγός του. Στη συνέχεια ήρθε η ώρα της συνταξιοδότησης και μαζί με αυτήν, όλος ο χρόνος για να αφιερωθεί στο πάθος του.
Φωτογραφίες του ξεκίνησαν να δημοσιεύονται στα ιταλικά φωτογραφικά περιοδικά, συμμετείχε σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, μεταξύ των οποίων και στη Νέα Υόρκη στη γκαλερί Keith de Lellis. 'Εγινε γνωστός στο αμερικανικό κοινό τόσο όπου κάποιοι Αμερικανοί έρχονταν στο σπίτι του, στην επαρχία του Τορίνο, για να αγοράσουν φωτογραφίες του γοητευμένοι από το αυστηρό μίνιμαλ ασπρόμαυρο αποτέλεσμα όπου δεν υπάρχει χώρος για περιττά στοιχεία.
«Προσπάθησα, στη δεκαετία του ’80, να χρησιμοποιήσω χρώματα. Αλλά ήταν η πιο «γκρίζα περίοδο» από όλες τις δραστηριότητές μου. Για εμένα, το μαύρο και το άσπρο είναι τα πιο όμορφα χρώματα», λέει ο ίδιος.
Γοητευμένος από τη καθημερινή ζωή, το έργο του αφηγείται ένα κομμάτι της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας της Ιταλίας από τα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι σήμερα, τόσο τις ευτυχισμένες όσο και τις πιο δύσκολες πτυχές της, εστιάζοντας πάντα στον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του όπως στη σειρά «Varia umanità senza ipocrisia».
Το 1957, τιμήθηκε με τον τίτλο «Artiste de la FIAP» (AFIAP) από τη Διεθνή Ομοσπονδία Φωτογραφικής Τέχνης για τα φωτογραφικά του επιτεύγματα και τις διεθνείς του διακρίσεις του.
Στο έργο του η αφήγηση είναι μεν καθημερινή, αλλά οι συνθέσεις του πρωτότυπες. Η καθημερινότητα γίνεται ποίηση, αλλά και επιβεβαίωση της ποιητικής, της μοναδικής γλώσσας του Augusto Cantamessa.
Με μια φωτογραφική εξερεύνηση που διήρκεσε περίπου εβδομήντα χρόνια, ο Augusto Cantamessa γίνεται μάρτυρας της εποχής του, μια φωνή που μας καλεί να αφήσουμε τον εαυτό μας να γοητευτεί και να εκπλαγεί λίγο από αυτό που μας περιβάλλει και από αυτό που μας συγκινεί εσωτερικά, αποφεύγοντας τις εφήμερες φρενίτιδες, ανοίγοντας τους συναισθηματικούς μας κόσμους.
«Ο Cantamessa ήταν μάρτυρας της εποχής του, μιας εποχής που δεν ήθελε να δει να ξεθωριάζει», προσθέτει ο Genovesio. «Στην ταραχή μιας κοινωνίας που αλλάζει πολύ γρήγορα διάθεση και έθιμα, το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς, τα μαύρα και τα λευκά, καθώς και οι σχέσεις προοπτικής μεταξύ αντικειμένων και χαρακτήρων που συναντάμε στις φωτογραφίες του, γίνονται ένα μέσο για να “ψιθυρίσουν” τις ιστορίες των τόπων, των ανθρώπων και των στιγμών της ζωής.»
Το 2013 του ανατέθηκε να φωτογραφίσει τις τοιχογραφίες του 15ου αιώνα της εκκλησίας Santa Maria di Missione, φωτογραφίες που εκτέθηκαν στην έκθεση παρουσίασης των εργασιών συντήρησης και αποκατάστασης και δημοσιεύθηκαν στον τόμο που εξέδωσε ο Umberto Allemandi το 2014.
Για να τιμήσει το έργο του, το 2017 η Γκαλερί FIAF του Τορίνο του αφιέρωσε μια αναδρομική έκθεση με την ευκαιρία των 90ων γενεθλίων του. Ο Πρόεδρος Roberto Rossi και το Διοικητικό Συμβούλιο της FIAF το 2018 απένειμαν στον Augusto Cantamessa την υψηλότερη εθνική διάκριση του Μαέστρου της Ιταλικής Φωτογραφίας (MFI), μια αναγνώριση που τον τοποθετεί στο πάνθεον των μεγάλων Ιταλών δημιουργών.
"Varia umanità senza ipocrisia"
«Ποικίλη ανθρωπότητα χωρίς υποκρισία»
Αυτή η έκθεση είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας μεταξύ της Δημοτικής Συλλογής Τέχνης του Palazzo Vittone και της Γκαλερί Losano Associazione Arte e Cultura. Παρουσιάζεται σε δύο χώρους, όπου εκτίθεται μια μεγάλη επιλογή από την τεράστια συλλογή εικόνων που διαθέτει ο φωτογράφος, μια τομή της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής από τα μεταπολεμικά χρόνια έως σήμερα.
Θα ήταν περιοριστικό να επιχειρήσουμε έναν μοναδικό ορισμό του έργου του Augusto Cantamessa. Το μάτι του και ο φακός του, διερεύνησαν «χωρίς υποκρισία», δηλαδή χωρίς προσποίηση ή προσομοίωση, το κόσμο που μας περιβάλλει, τους αστικούς χώρους με την αρχιτεκτονική της εποχής.
Πρωταγωνιστής η Γη, θα έλεγε κανείς. Αλλά η δική του Γη είναι κατοικημένη από ανθρώπους, ανώνυμους αλλά συχνά ευδιάκριτους. Η γυναίκα, ο άνδρας, το παιδί σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Λάτρης της καθημερινότητας και της παράδοσης.
Άνθρωποι που εργάζονται, περπατούν, διασκεδάζουν, συλλογίζονται όπου ζουν σε μια καινούργια διάσταση, είτε εσωστρεφή είτε εξωστρεφή, μέσα από τις φωτογραφίες του,
Μια χειρονομία είναι από μόνη της μια ιστορία, ένα βλέμμα ή μια διάθεση. Είναι δύσκολο να μην παρασυρθεί κανείς από αυτή την αφηγηματική του ικανότητα, ένα στυλ που είναι χαρακτηριστικό του Cantamessa και του μη τετριμμένου τρόπου σκέψης και εργασίας του.
Υπάρχει μεγάλη τεχνική και μορφολογική καθαρότητα στο έργο του όπου σε συνδυασμό με την ανθρωπιστική και επιστημονική του κουλτούρα, μεταφέρει τα εικονογραφικά καθαρά μηνύματα. 'Ενα οπτικό κονσέρτο που παίζεται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.
Η ευκρίνεια, η καθαρότητα και η ακρίβεια είναι οι αρετές του Cantamessa στις εξαιρετικά προσεκτικές εξερευνήσεις του ικανοποιώντας την όρεξή του για μινιμαλιστικές εικόνες. Καταγράφει το πραγματικό που αφήνεται να αιχμαλωτιστεί με τον ήλιο ή ανάμεσα στα σύννεφα της ομίχλης, στο κόντρα φως ή ακόμη και στο ημίφως ενός εσωτερικού χώρου ή στη καθαρή και απλή λαμπρότητα του ανοιχτού χώρου.
Ας κοιτάξουμε ξανά στα μάτια εκείνο το παιδί, εκείνο τον ηλικιωμένο, υπερήφανοι που φωτογραφίζονται, πρόθυμοι να διηγηθούν με το βλέμμα τους το μέλλον ή το παρελθόν. Μας ανταποδίδουν το συναίσθημα για «νέους Ουρανούς και νέα Γη».
κείμενο: Mario Marchiano Pacchiola, Ιστορικού Τέχνης
επιμέλεια: J.Eco
πηγές: scenariomag.com, casawi.eu, Galleria Losano
"Varia umanità senza ipocrisia"




























































