Αυτό είναι κατά κανόνα το αίτημα του προσώπου που ζητά να φωτογραφηθεί. Στρέφει τα μάτια του στον φωτογραφικό φακό προσβλέποντας σε μια μελλοντική ματιά που θα στραφεί πάνω του. Καταθέτει το βλέμμα του, με την προσμονή ενός άλλου βλέμματος που θα διαπεράσει την επιφάνεια του φωτογραφικού χαρτιού και, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, θα συναντήσει το δικό του.
Ο θεατής του τις περισσότερες φορές διακατέχεται από την ίδια επιθυμία. Επιθυμεί ένα βλέμμα που θα στραφεί πάνω του, κάποιον να τον κοιτάζει αλλά και κάποιον να κοιτάζει. Η επιθυμία εκμηδενίζει τη χρονική απόσταση που χωρίζει τα δύο βλέμματα.
Η μεσολάβηση του φωτογράφου σε αυτή την εικονική διασταύρωση των βλεμμάτων είναι καταλυτική. Πίσω από τη φωτογραφική μηχανή σκηνοθετεί τον χώρο της συνάντησης των βλεμμάτων, διαμορφώνει τις συνθήκες ανταλλαγής τους. Η μεσολάβησή του ορισμένες φορές είναι αδιόρατη καθώς ο ίδιος, ως δημιουργός της φωτογραφικής εικόνας, υποχωρεί διακριτικά επιτρέποντας στο βλέμμα του φωτογραφιζόμενου να τον προσπεράσει. Η φωτογραφική εικόνα γίνεται τότε ένας ιδανικός τόπος συνάντησης των βλεμμάτων.
Η συνθήκη αυτή εκπληρώνεται με τον καλύτερο τρόπο στα Πορτρέτα (1994-96) του Γιάννη Μαραπά. Τα πρόσωπα που φωτογραφίζει είναι σαν να στέκονται μπροστά σε έναν καθρέφτη όπου τη θέση του ειδώλου τους κατέχει ο θεατής.
Όταν ο φωτογράφος αυτοφωτογραφίζεται, στέκεται απέναντι στον φακό της μηχανής και ποζάρει. Ταυτόχρονα όμως κοιτάζει, υποθετικά βέβαια, τον εαυτό του από τη θέση του φωτογράφου πίσω από τη μηχανή. Είναι έτσι σαν να βρίσκεται ταυτόχρονα σε δύο σημεία του χώρου, σε μια κατάσταση ανάλογη με αυτήν που βρίσκεται κάποιος όταν στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη. Αλλάζει στάση στο σώμα του, γυρνά το κεφάλι του, σηκώνει το χέρι του και η νοερή εικόνα του εαυτού του επαναλαμβάνει με απόλυτο συγχρονισμό τις κινήσεις του, όπως θα έκανε το είδωλο του μέσα από τον καθρέφτη. Τη στιγμή όμως της φωτογράφισης, το σώμα αποχωρίζεται από το είδωλο του.
Ο Σωκράτης Μαυρομάτης στη φωτογραφική ακολουθία Μάρτζι (1981) περιγράφει μεταφορικά αυτόν τον αποχωρισμό με μια σειρά εικόνων όπου μια γυναίκα μπροστά σε έναν καθρέφτη προσπαθεί μάταια να ταυτιστεί με το είδωλο της. Αυτό απουσιάζει, είτε παρουσιάζεται στη στάση που είχε η ίδια λίγο πριν, είτε εμφανίζεται στη στάση που θα πάρει αυτή σε λίγο. Τέτοια πράγματα συμβαίνουν βέβαια στα φωτογραφημένα σώματα και όχι στην πραγματικότητα, όπως υπαινίσσονται οι φωτογραφίες με την καθαρή και απλή περιγραφή της σκηνής.
Αυτοφωτογραφιζόμενος, μπορεί κανείς να δει τον εαυτό του στη φωτογραφία όπως τον βλέπουν οι άλλοι όταν τον κοιτάζουν στην πραγματικότητα. Τις περισσότερες φορές, ο φωτογράφος «κατασκευάζει» αυτή την εικόνα όπως επιθυμεί να τη δουν οι άλλοι, επινοεί μια μυθοπλασία στο πλαίσιο της οποίας σκηνοθετεί τον εαυτό του.
Στο «Να είσαι κύριος του εαυτού σου» από τη σειρά Ομοιώματα ο Ζιλμπέρ Γκαρσέν παρομοιάζει τον εαυτό του με μια μαριονέτα που την κινεί ο ίδιος, ενώ στο έργο του «Ο αλαζόνας» με αυτοσαρκαστική διάθεση φαίνεται να σηκώνει μια κατασκευή που αποτελείται από είκοσι εννέα κάδρα, όλα με το πορτρέτο του. Χρησιμοποιώντας ελάχιστα τεχνικά μέσα, ο Ζιλμπέρ τοποθετεί πειστικά τον εαυτό του σε πίνακες ζωγραφικής ή σε φωτογραφίες άλλων φωτογράφων. Σε ορισμένες περιπτώσεις τον δείχνει να αντιμετωπίζει αδιέξοδες καταστάσεις ή τον παρουσιάζει να συμπεριφέρεται με υπέρμετρο εγωισμό και ματαιοδοξία.
αποσπάσμα από το κείμενο του Κωστή Αντωνιάδη, "κάποιος να με κοιτάζει",
photosygyria 2000, πρόλογος της εκθέσεως από το βιβλίο "Η Ελληνική Φωτογραφία", (αναδημοσίευση)
επιμέλεια: J.Eco






