"Ερασταί του καλού και της φύσεως"
του Γιάννη Σταθάτου, (αναδημοσίευση )
Στα πρώτα της βήματα η ελληνική φωτογραφία ήταν αποκλειστικά σχεδόν υπόθεση επαγγελματιών. Σε αντίθεση με τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, όπου οι ερασιτέχνες φωτογράφοι (ερασιτέχνες με την έννοια ότι η απασχόλησή των δεν ήταν συνδεδεμένη ούτε με βιοπορισμό, ούτε με την εξάσκηση κάποιου επαγγέλματος) έπαιξαν από την πρώτη στιγμή σημαντικό ρόλο, στην Ελλάδα το είδος αυτό παρέμεινε ουσιαστικά άγνωστο για αρκετές δεκαετίες. Γύρω στο 1890 μόνο εμφανίσθηκαν οι πρώτοι Έλληνες ερασιτέχνες όπως ήταν φυσικό, ανήκαν στη μεγαλοαστική τάξη, αφού αυτοί διέθεταν την οικονομική ευχέρεια αλλά και τον ελεύθερο χρόνο που απαιτούσε τότε η πρακτική της φωτογραφίας. Μεταξύ των ήσαν ο Παύλος Μελάς, η Αργίνη Σαλβάγου, η Μαίρη Παρασκευά και ο Κωνσταντίνος Ξύδας, το καλλιτεχνικά και ιστορικά εξαιρετικά ενδιαφέρον έργο των οποίων όμως έχει ελάχιστα μελετηθεί.1
Σε γενικές γραμμές η φωτογραφία δεν έπαψε να αποτελεί απασχόληση για τους ολίγους και για τους επαγγελματίες το 1900, λόγου χάριν, δεν υπήρχε στην Ελλάδα ούτε ένας φωτογραφικός σύλλογος, τη στιγμή που στην Αγγλία ευδοκιμούσαν 256. Η στενή ταξική προέλευση των λιγοστών Ελλήνων ερασιτεχνών επιβεβαιώνεται από τον Οδηγό της Ελλάδος (1905) του Νίκου Ιγγλέση: δίπλα στους 74 εν ενεργεία επαγγελματίες αναφέρει μόλις 8 ερασιτέχνες, όλους σχεδόν αξιωματικούς ή επιστήμονες.2
Τρεις ήσαν οι προϋποθέσεις για να μπορέσει να περάσει η ερασιτεχνική φωτογραφία στο επόμενο στάδιο και να διαδοθεί στα μεσαία αστικά στρώματα: η εμφάνιση απλουστευμένων και οικονομικά προσιτών φωτογραφικών μηχανών, η διάθεσή των στην ελληνική αγορά, και – το σημαντικότερο ίσως – η ύπαρξη εναύσματος για τη χρησιμοποίησή των. Η τεχνική προϋπόθεση δεν άργησε να ικανοποιηθεί με τη διάδοση μικρών και εύχρηστων μηχανών, με την εφεύρεση του εύκαμπτου φωτογραφικού φιλμ και με την κυκλοφορία φωτογραφικού χαρτιού με βάση το βρωμιούχο άργυρο. Παράλληλα, η εταιρείες Agfa και Kodak διόρισαν αντιπροσώπους στην Ελλάδα κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1920, καθιστώντας έτσι – βοηθούντος και του ανταγωνισμού – σχετικά ανώδυνη την απόκτηση φωτογραφικών μηχανών και αναλώσιμου υλικού από μη επαγγελματίες.
Τη φιλική προδιάθεση του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου της εποχής επιβεβαιώνει το γεγονός ότι σε μια από τις πρώτες εκδρομές του συνδέσμου, στο Πόρτο Ράφτη τον Μάιο 1923, παρευρέθησαν μεταξύ άλλων επισήμων ο Δήμαρχος Αθηναίων, ο Υπουργός Υγείας, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, ο Γεν. Γραμματεύς του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Διευθυντής των ΣΕΚ, ο Παύλος Νιρβάνας και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου……6
Την ίδρυση του Οδοιπορικού Συνδέσμου, που το 1937 μετονομάζεται σε Ελληνική Περιηγητική Λέσχη (ΕΠΛ), ακολούθησαν σ’ όλη τη χώρα και άλλα συλλογικά όργανα αφιερωμένα στην ύπαιθρο: το 1930 βρίσκονται εν ενεργεία μεταξύ άλλων ο Ορειβατικός Σύνδεσμος Αθηνών, το Σωματείο ‘Υπαίθριος Ζωή’, ο Φυσιολατρικός Σύνδεσμος ‘Ο Παν’, ο Ορειβατικός Πατρών και ο Οδοιπορικός Σύλλογος Νέας Ιωνίας. Διαβάζοντας τα καταστατικά και τις ανακοινώσεις των, εκπλήσσει σήμερα ο ενθουσιασμός που επιδεικνύει σύσσωμο σχεδόν το φυσιολατρικό κίνημα για τον τουρισμό, ενθουσιασμός που συχνά οδηγεί στην αναγραφή του με κεφαλαίο ‘Τ’ εν αγνοία φυσικά των καταστρεπτικών συνεπειών που έμελλε να έχει στο ανθρώπινο όσο και στο φυσικό περιβάλλον, το περιοδικό Εκδρομικά δεν έβλεπε καμία αντίφαση στην προτροπή προς τους αναγνώστες του να συμβάλλουν «στην ανάπτυξη του αισθήματος της αγάπης προς τη μητέρα μας φύση και στη διάδοση του Τουρισμού».
Αξιοσημείωτη εδώ είναι η πεποίθηση πως όχι μόνον υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να ονομασθεί «ελληνικός χαρακτήρας», αλλά και ότι ο χαρακτήρας αυτός είναι δυνατόν να αποδοθεί φωτογραφικά. Στην αναζήτηση αυτή αφοσιώθηκε συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ερασιτεχνών, τα έργα των οποίων άρχισαν να δημοσιεύονται σε περιοδικά όπως τα Εκδρομικά (έτος ίδρυσης 1929), την Καινούργια Τέχνη (1932) και το Δελτίο της ΕΠΛ (1938). Στην αρχή βέβαια διατηρούσαν το προβάδισμα οι επαγγελματίες τα Εκδρομικά, λόγου χάρη, δημοσίευαν φωτογραφίες αναγνωστών στο εσωτερικό του περιοδικού, το εξώφυλλο όμως επιφυλάσσονταν για τα τοπία του επαγγελματία Νίκου Ζωγράφου. Μεταξύ των επωνύμων ερασιτεχνών του μεσοπολέμου που άφησαν σημαντικό έργο στον χώρο αυτό ξεχωρίζουν ο Λουκάς Μπενάκης, ο Γιώργος Βαφιαδάκης και η Μαρία Χρουσάκη, μάλλον η πιο ταλαντούχος της παρέας.8
Οι εκδρομικές δραστηριότητες της ΕΠΛ διακόπηκαν με την κήρυξη του πολέμου τον Οκτώβριο 1940 για να ξαναρχίσουν τον Απρίλιο 1945, στον βαθμό φυσικά που επέτρεπε ο συνεχιζόμενος εμφύλιος πόλεμος. Μια από τις πρώτες μεταπολεμικές πρωτοβουλίες ήταν η ίδρυση επίσημου πλέον Φωτογραφικού Τμήματος της Περιηγητικής Λέσχης, με υπεύθυνο τον Γεώργιο Γραφιό. Τον Φεβρουάριο 1948, έπ’ ευκαιρία των εορτών για την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, το τμήμα ανέβασε έκθεση φωτογραφιών της Μαρίας Χρουσάκη στο εντευκτήριο της λέσχης σύμφωνα με το Δελτίο, η έκθεση «εσημείωσε εξαιρετικήν επιτυχίαν. Εξετέθησαν εν συνόλω 112 εκτάκτου τέχνης φωτογραφίαι απ’ όλα τα ελευθερωθέντα νησιά. Το ενδιαφέρον των μελών της Λέσχης και της Αθηναϊκής κοινωνίας υπήρξε συνεχές…».10 Οι φωτογραφίες αυτές ήσαν καρπός μεγάλης περιοδείας της Χρουσάκη τον προηγούμενο Αύγουστο με την ιδιότητα της νοσοκόμου, συνοδεύοντας κλιμάκιο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που επισκέφθηκε διαδοχικά όλα τα Δωδεκάνησα.11
Το 1952, τα σκήπτρα της ερασιτεχνικής καλλιτεχνικής φωτογραφίας περνάνε από την Περιηγητική Λέσχη στην Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία (ΕΦΕ), που θα παραμείνει ο σημαντικότερος φωτογραφικός φορέας της Ελλάδας επί ένα τέταρτο του αιώνα. Σε κάποιο βαθμό πρόκειται για φυσιολογική διαδοχή, αφού μεταξύ των ιδρυτικών μελών της ΕΦΕ αναγνωρίζουμε οκτώ τουλάχιστον δραστήρια μέλη του Φωτογραφικού Τμήματος της ΕΠΛ: πρόκειται για τους Γεώργιο Γράφιο, Στέφανο Καλλέργη, Δημήτρη Κασσαβέτη, Ιωάννη Λάμπρο, Τάκη Λιάκρη, Παύλο Μυλώφ, Κωνσταντίνο Παπακυριακού και Ιωάννη Πάτμιο.
Η Χρουσάκη γίνεται μέλος της ΕΦΕ δύο χρόνια αργότερα, ενώ είναι πολλή πιθανό να υπήρξαν και άλλα μέλη της ΕΠΛ μεταξύ των ιδρυτών της ΕΦΕ. Οι σχέσεις των δύο σωματείων παραμένουν θερμές: το 1953 η Περιηγητική οργανώνει «Πανελλήνιο Φωτογραφική Έκθεση Ερασιτεχνών» στην Αίθουσα Εκθέσεων του «Βήματος» με τρεις κατηγορίες: Λαογραφία, Μνημεία και Τοπία. Από τους 64 εκθέτες, 14 είναι μέλη της ΕΠΛ, 11 της ΕΦΕ, και 9 και των δύο. Χαρακτηριστικοί τίτλοι των εκθεμάτων: «Κάτω από τους αιώνες», «Αρνάκια», «Γαλήνιο πρωϊνό», «Η τελευταία ακτίνα του Χειμώνα», «Αγροτική σκηνή», «Εργάτες της Θαλάσσης».




