«Δεν μπορούμε πλέον να φανταστούμε μια Αμερική μόνο με έναν W.Evans και έναν Robert Frank να ξαφνιάζουν την Αμερική γυμνή στην αθωότητά της. Στην εποχή του Schapiro κάθε εικόνα περιείχε και άλλες εικόνες, κάθε άθρωπος περιείχε και άλλους ανθρώπους. Ο Schapiro βγάζει φωτογραφίες διάσημων προσώπων και γεγονότων αιχμαλωτίζοντας την Ιστορία που είχε γίνει εικόνες, αλλά και εικόνες που είχαν γίνει Ιστορία...»
Dean Hickey
Ο Στιβ Σαπίρο, φωτορεπόρτερ και κοινωνικός ντοκιμαντερίστας κατέγραψε μερικές από τις σημαντικότερες πολιτικές και πολιτιστικές στιγμές καθώς και κινήματα της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1960 με τον αγώνα για τη φυλετική ισότητα στον Νότο της εποχής των νόμων «Τζιμ Κρόου»
Κατά τη διάρκεια μιας καριέρας έξι δεκαετιών, ο Σαπίρο έστρεψε το βλέμμα της φωτογραφικής του μηχανής σε μια εκπληκτική ποικιλία ανθρώπων σε ολόκληρη την αμερικανική επικράτεια, καθώς επιδίωκε να αποτυπώσει τη συναισθηματική ουσία των θεμάτων του, είτε επρόκειτο για χρήστες ναρκωτικών στο Χάρλεμ, μετανάστες εργάτες στο Αρκάνσας είτε για διασημότητες του κινηματογράφου στο Χόλιγουντ.
«Μου αρέσει να περιμένω εκείνη τη στιγμή που διαισθάνομαι κάτι για κάποιον», δήλωσε ο Σαπίρο σε μια συνέντευξη το 2017 με τον Ντέιβιντ Φέιχι, φίλο του και ιδιοκτήτη της γκαλερί Fahey - Klein στο Λος Άντζελες.
Ως ανεξάρτητος φωτογράφος τη δεκαετία του 1960 για τα περιοδικά «Life» και «Look», τα μεγάλου μεγέθους περιοδικά που έφεραν το φωτορεπορτάζ στα αμερικανικά σπίτια, ο Σαπίρο κατέγραψε τον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα. Όταν τα περιοδικά αυτά έκλεισαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ή περιόρισαν τη δραστηριότητά τους, μετακόμισε στο Λος Άντζελες και ζούσε δημιουργώντας διαφημιστικό υλικό για ταινίες, εξώφυλλα δίσκων και πορτρέτα διασημοτήτων.
Παράλληλα, παρέμεινε ακτιβιστής για την κοινωνική δικαιοσύνη, ντοκιμαντερίστας και ιστορικός του πολιτισμού, ενώ στα 80 του χρόνια φωτογράφιζε το κίνημα «Black Lives Matter». Την τελευταία φορά που φωτογράφισε διαδήλωση, κατά της θανατικής ποινής, ήταν πριν από ένα χρόνο στο Terre Haute της Ιντιάνα.
Στον πολιτιστικό τομέα, το 1961 βρέθηκε στο «Village Vanguard» στο Γκρίνουιτς Βίλατζ, όπου η φωτογραφική του μηχανή αποτύπωσε μια θρυλική ζωντανή εμφάνιση του πιανίστα τζαζ Μπιλ Έβανς. Τράβηξε εντυπωσιακές φωτογραφίες της Μπάρμπρα Στρέιζαντ, μεταξύ των οποίων και μία όπου αυτή βρίσκεται βουτηγμένη σε μια μπανιέρα. («Ένας από τους αγαπημένους μου φωτογράφους», έγραψε η κ. Στρέιζαντ στο Twitter μετά το θάνατό του.) Απάθισε τον Άντι Γουόρχολ να γοητεύεται από τη χαρισματική ηθοποιό Έντι Σέτζγουικ. Επίσης, φωτογράφισε το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του περιοδικού «People» το 1974, ένα πορτρέτο της Μία Φάροου στον κινηματογραφικό της ρόλο ως Ντέιζι Μπιουκάναν στην ταινία «Ο Μεγάλος Γκάτσμπι».
Πάντα μετριοπαθής, ο Σαπίρο υποστήριζε ότι οι πολλές εντυπωσιακές φωτογραφίες που είχε τραβήξει του Ντέιβιντ Μπόουι προέρχονταν από τη φαντασία του τραγουδιστή. Όπως είπε ο Σαπίρο στην εφημερίδα «The Chicago Tribune»: «Εγώ ήμουν απλώς ο αγωγός που μετέφερε τη μεγαλοφυΐα στο φως της ημέρας».
«Από τις φωτογραφίες του δεν είχες την αίσθηση ότι ο Στιβ βρισκόταν καν στο δωμάτιο», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Σίντνεϊ Μονρό, συνιδιοκτήτης μιας γκαλερί φωτορεπορτάζ στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικού, όπου εκτέθηκαν τα έργα του Σαπίρο.
Ο κ. Φέιχι περιέγραψε τον Σαπίρο ως «ένα πνευματικό άτομο, γεμάτο ενσυναίσθηση και γενναιοδωρία», προσθέτοντας: «Κύριο κίνητρό του ήταν να βοηθήσει τον κόσμο να γίνει ένα καλύτερο μέρος».
Μια φωτογραφική σειρά του 1961 αποκάλυψε τις πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης των μεταναστών εργατών στο Αρκάνσας. Το έργο του, που δημοσιεύθηκε αρχικά στο καθολικό περιοδικό «Jubilee» και στη συνέχεια αναδημοσιεύθηκε από το «The New York Times Magazine», οδήγησε στην εγκατάσταση ηλεκτρικού ρεύματος στους καταυλισμούς των εργατών.
Αφού διάβασε ένα δοκίμιο του Τζέιμς Μπόλντουιν στο New Yorker του 1962 σχετικά με την εμπειρία των μαύρων, ο Σαπίρο ταξίδεψε μαζί με τον Μπόλντουιν στην περιοδεία του στο Νότο το 1963. Ανάμεσα στις πολλές φωτογραφίες που τράβηξε ήταν και μία με τον Μπόλντουιν να κρατά ένα δίσκο των Contours με τίτλο «Do You Love Me (Now That I Can Dance)», μια εικόνα που, όπως έλεγε ο Σαπίρο, τον έκανε πάντα να νιώθει τη μοναξιά του Μπόλντουιν. Οι μεταγενέστερες εκδόσεις του κλασικού έργου του Μπόλντουιν «The Fire Next Time» (1963) εικονογραφήθηκαν με περισσότερες από 100 φωτογραφίες του Σαπίρο από το κοινό τους ταξίδι.
«The Bean Pickers», Alabama, 1961
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιοδείας, ο Σαπίρο συνάντησε και φωτογράφισε έναν νεαρό Τζον Λιούις, τότε πρόεδρο της Επιτροπής Συντονισμού Μαθητών για τη μη Βία. Ο Σαπίρο είπε αργότερα ότι το πορτρέτο έδειχνε «κάποιον που ξέρει ποιος είναι». Όταν ο κ. Λιούις πέθανε το 2020, το πορτρέτο του που είχε τραβήξει ο Σαπίρο εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού «Time» και πρόκειται να αποτελέσει τη βάση για ένα αμερικανικό γραμματόσημο, όπως ανέφερε η σύζυγος του Σαπίρο. Δεν θα είναι το πρώτο του γραμματόσημο, το πορτρέτο του Πολ Νιούμαν που τράβηξε το 1980 έγινε γραμματόσημο το 2015.
Ο Σαπίρο συνάντησε επίσης τον αιδεσιμότατο Δρ. Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ και τον φωτογράφισε συχνά, μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια της πορείας για τα εκλογικά δικαιώματα το 1965 από τη Σέλμα προς το Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, με τα πλήθη να αυξάνονται κατά μήκος της διαδρομής.
«Ήταν σημαντική προσωπικότητα για το κίνημα», έγραψε η σκηνοθέτις Άβα ΝτουΒερνέι στο Twitter μετά τον θάνατο του Σαπίρο. «Οι εικόνες του συγκίνησαν τους ανθρώπους σε μια κρίσιμη περίοδο».
Μετά τη δολοφονία του Δρ. Κινγκ, ο Σαπίρο πέταξε αμέσως για το Μέμφις. Πρώτα πήγε στο πανδοχείο από όπου ο Τζέιμς Ερλ Ρέι είχε ρίξει τους θανατηφόρους πυροβολισμούς εναντίον του Δρ. Κινγκ, και κατάφερε να τραβήξει φωτογραφίες του αποτυπώματος του χεριού του Ρέι στον τοίχο του μπάνιου.
Στη συνέχεια, ο Σαπίρο έλαβε άδεια πρόσβασης στο άδειο δωμάτιο του Δρ. Κινγκ στο Lorraine Motel και φωτογράφισε τα αντικείμενα, έναν ανοιχτό χαρτοφύλακα, χρησιμοποιημένα φλιτζάνια καφέ, μιας ζωής που τερματίστηκε ξαφνικά.
«Δεν ήταν μια φωτογραφία που δημοσίευσε το Life», δήλωσε ο Σαπίρο στην εφημερίδα The Chicago Sun-Times το 2020. «Αλλά έγινε μια σημαντική φωτογραφία για μένα».
Ο Στίβεν Άλμπερτ Σαπίρο γεννήθηκε κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, στις 16 Νοεμβρίου 1934, στο Μπρούκλιν και μεγάλωσε στο Μπρονξ. Ο πατέρας του, Ντέιβιντ Σαπίρο, ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος χαρτικών στο Ροκφέλερ Σέντερ, όπου εργαζόταν και η μητέρα του, Έσθερ (Σπέρλινγκ) Σαπίρο.
Ο Στιβ φοίτησε στο Λύκειο Στάιβεσαντ και στο Κολλέγιο Άμχερστ. Μετά από ένα χρόνο, μεταγράφηκε στο Κολλέγιο Μπαρντ, στη βόρεια Νέα Υόρκη, το οποίο θεώρησε πιο κατάλληλο για ελεύθερα πνεύματα όπως ο ίδιος. Σπούδασε λογοτεχνία και αποφοίτησε το 1955.
Είχε ανακαλύψει τη φωτογραφία σε καλοκαιρινή κατασκήνωση σε ηλικία 9 ετών και συνέχισε να φωτογραφίζει καθώς μεγάλωνε. Γοητευμένος από τον Γάλλο φωτογράφο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, προσπάθησε να μιμηθεί το στυλ του καθώς περιπλανιόταν στους δρόμους της Νέας Υόρκης.
«Είχε εξαιρετική αίσθηση του σχεδιασμού στις φωτογραφίες του και ταυτόχρονα σου έδινε κάποιες πληροφορίες για την κατάσταση που αποτύπωνε», είπε ο Σαπίρο για τον Μπρεσόν. «Αλλά πάνω απ’ όλα, έπιανε μια συναισθηματική, μερικές φορές εξαιρετικά συμβολική στιγμή σε σχέση με το θέμα του ακόμα και αν απλώς φωτογράφιζε τον Ανρί Ματίς στο ατελιέ του.»
Στη συνέχεια, ο Σαπίρο σπούδασε πιο συστηματικά υπό την καθοδήγηση του W. Eugene Smith, του φωτορεπόρτερ που φημιζόταν για την αποτύπωση των κοινωνικών συνθηκών στα μέσα του 20ού αιώνα. Ο Σαπίρο μάλιστα έζησε για κάποιο διάστημα μαζί με τον Smith στο loft του στο Μανχάταν. Έμαθε πώς να εκτυπώνει φωτογραφίες και απέκτησε μερικές τεχνικές του επαγγέλματος, όπως το να αναδεικνύει δύο σημεία ενδιαφέροντος σε ένα πορτρέτο, κάτι που, όπως του είπε ο Smith, θα έκανε το βλέμμα του θεατή να πηγαίνει μπρος-πίσω και έτσι να κρατάει την προσοχή του.
Πάνω απ’ όλα, όπως είπε ο Σαπίρο σε μια συνέντευξη του 2019 στο photo.com, ο Smith «μου έδωσε μια αίσθηση της ανθρωπιάς και της ανθρώπινης κατάστασης».
Οι φωτογραφίες του Σαπίρο έχουν εκτεθεί στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης, στο Σμιθσόνιαν, στο Μουσείο Γκέτι στο Λος Άντζελες και αλλού. Έχουν επίσης συγκεντρωθεί σε βιβλία, όπως το «American Edge» (2000), που αφορά ανθρώπους που ζουν στα όρια της κοινωνίας, και το «Schapiro’s Heroes» (2007), με προσωπικά προφίλ 10 διασημοτήτων.
Μερικά από τα άλλα βιβλία του βασίζονται στη δουλειά του σε κινηματογραφικά πλατό, μεταξύ των οποίων εκείνα των ταινιών «Ο Νονός», «Ο Ταξιτζής» και «Όπως Ήμασταν».
Ο Σαπίρο πίστευε ότι οι φωτογραφίες του για τα πολιτικά δικαιώματα ξεχώριζαν επειδή ελάχιστοι φωτογράφοι κάλυπταν το κίνημα. Ωστόσο, ανέφερε ότι η δύναμη της φωτογραφίας είχε μειωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της πανταχού παρουσίας της.
«Πιστεύω ότι οδεύουμε προς μια εποχή όπου οι φωτογραφικές μηχανές, όπως τις γνωρίζουμε, θα έχουν καταστεί παρωχημένες», δήλωσε στην εφημερίδα «The Chicago Tribune» το 2016. «Θα χρησιμοποιούμε μόνο κινητά τηλέφωνα για να τραβάμε φωτογραφίες, καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται και η ποιότητα βελτιώνεται».
Ωστόσο, πρόσθεσε: «Θα πιστεύω πάντα ότι αυτό που μετράει είναι ο φωτογράφος, όχι η φωτογραφική μηχανή».
πηγή: The New York Times, 1/2022
ΤΙΜΕ Magazine
Το ΤIME συνομιλεί με τον Steve Schapiro στο πλαίσιο της σειράς: «Η φωτογραφία που με ανέδειξε», στην οποία φωτογράφοι μιλούν για τη φωτογραφία που τράβηξαν και πιστεύουν ότι έδωσε το έναυσμα για την καριέρα τους, τους χάρισε διεθνή αναγνώριση ή απλώς πυροδότησε το ενδιαφέρον τους για τη φωτογραφία.
«Φαίνεται ότι πάντα μιλάω για τα στοιχεία που συνθέτουν μια καλή φωτογραφία: το συναίσθημα, τη σύνθεση, την πληροφορία καθώς και για τη σημασία του να καλύπτεις θέματα που σε ενδιαφέρουν πραγματικά. Όταν ήμουν έφηβος, μου φαινόταν ότι το μέγιστο που μπορούσε να ελπίζει ένας επίδοξος νεαρός φωτογράφος ήταν να εργαστεί για το περιοδικό LIFE. Το 1961, όταν ήμουν 25 ετών, ανέλαβα ένα προσωπικό εγχείρημα: να φωτογραφίσω έναν καταυλισμό μεταναστών στο Αρκάνσας και, στη συνέχεια, να βρω έναν τρόπο να δείξω τις φωτογραφίες σε έναν συντάκτη του LIFE.
Με ενδιέφερε η κατάσταση των μεταναστών. Η σκληρή εργασία, οι χαμηλοί μισθοί και ιδιαίτερα η δυστυχία των παιδιών των μεταναστών, που μετακινούνται συνεχώς χωρίς σχεδόν καμία ελπίδα για αξιοπρεπή εκπαίδευση. Πέρασα τέσσερις εβδομάδες στο Αρκάνσας, και όταν επέστρεψα στη Νέα Υόρκη και εμφάνισα το φιλμ, είδα ότι οι φωτογραφίες μετέδιδαν αυτό που ήλπιζα. Ένα μικρό καθολικό περιοδικό, το Jubilee, δημοσίευσε το «The Migrants» ως το πρώτο μου φωτογραφικό ρεπορτάζ, αφιερώνοντάς του οκτώ ολόκληρες σελίδες, ενώ η New York Times επέλεξε μία από τις φωτογραφίες για το εξώφυλλο του Magazine.
Η φωτογραφία που μου άρεσε περισσότερο από όλες ήταν το «The Bean Pickers», η οποία περιείχε όλα τα στοιχεία που ήλπιζα να συμπεριλάβω σε μία μόνο φωτογραφία. Τη στιγμή που είδα πώς βγήκε αυτή η φωτογραφία, κατάλαβα ότι μπορούσα να κάνω τη φωτογραφία επάγγελμά μου. Λίγο αργότερα, το LIFE μου ανέθεσε πράγματι μια φωτογραφική αποστολή και ακολούθησαν πολλές άλλες μετά από αυτή».
Το έργο του Schapiro περιλαμβάνεται στις συλλογές του Smithsonian, του High Museum και της National Portrait Gallery.
πηγή: Time, 8/2014
επιμέλεια: J.Eco














































