Social Media Icons

Γιώργος Νικολαϊδης, φωτογραφίζοντας τα Εξάρχεια του '80

Σεπ 13, 2026 0 comments

 


Mε το φακό του αποτύπωσε τα πιο σπουδαία στιγμιότυπα της μικροϊστορίας αυτού του «κόσμου», μέρος του οποίου άλλωστε υπήρξε και ο ίδιος. Ο Νικολαΐδης ήταν ένας από τους τρεις φωτορεπόρτερ – οι άλλοι δύο ήταν ο Σάκης «Καρχαρίας» Παπαδόπουλος και ο Σπύρος Τσακίρης – οι οποίοι μπορούσαν και κινούνταν άνετα στα Εξάρχεια καθ' όλη την δεκαετία του '80. 

Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1959 από γονείς καπνεργάτες. Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε ως φοιτητής της Νομικής, την οποία άφησε λίγο πριν δώσει τα δύο τελευταία μαθήματα για το πτυχίο. Σημαντικό ρόλο στην απόφασή του να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη φωτογραφία έπαιξε ο «μέντοράς» του, Σωτήρης Παλαιολόγου. 

Στη Σχολή Σταυράκου όπου σπούδασε εικονοληψία είχε δάσκαλο τον Ραφαηλίδη, τον Κουκουλομάτη, τον Πάσχο, τον Σκαλενάκη, ανθρώπους που εκτός από τις τεχνικές και τις καλλιτεχνικές δεξιότητες που του μεταλαμπάδευσαν, του «άνοιξαν και το μυαλό» – όπως λέει ο ίδιος. Τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα τα έκανε ως φωτογράφος στο Αντί το 1985, ενώ την ίδια εποχή φωτογραφίες του θα γεμίσουν τις σελίδες του "Convoy", της "Αλληλεγγύης", της "Αρένας" και της "Δοκιμής", ενώ μερικές ακόμα θα κοσμήσουν τις σελίδες στους "Απόντες", την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Γώγου.

Το 1987 ξεκίνησε η συνεργασία του με την εφημερίδα "Πρώτη" και την περίοδο 1989 - 2015 ασχολήθηκε αποκλειστικά με τα φωτοειδησεογραφικά πρακτορεία Prisma και Phasma, στα οποία υπήρξε συνιδρυτής.




Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του βιβλίου δεν αποτελούν συνοδευτικά τεκμήρια μιας ιστορικής αφήγησης που μένει να γραφτεί και σε καμία περίπτωση αναμνηστικά της νεότητας κάποιων – θα τις αδικούσαμε οικτρά αν τις διαβάζαμε με αυτόν τον τρόπο. Το ένστικτο του Νικολαΐδη είναι το ένστικτο του καλού φωτορεπόρτερ. Είναι εκείνος που χώνεται παντού, αναπνέει τα δακρυγόνα της «εμπόλεμης ζώνης» που καλύπτει, κινείται σαν χορευτής ανάμεσα στις πέτρες που σπάνε από το πουθενά, προσπαθεί να αιχμαλωτίσει ακόμα και τον θόρυβο της τζαμαρίας που σπάει, μοιράζεται το τσιγάρο του με τους μαντηλοφόρους των οδοφραγμάτων χωρίς να λέει κουβέντα απολαμβάνοντας μαζί τους την ηρεμία πριν την επόμενη επίθεση. 

Κατά τον ίδιο τρόπο, γίνεται ένα με την ανθρωπογεωγραφία της πλατείας Εξαρχείων, ξέρει να ξεχωρίζει τους «τσαφικούς» και τους παρεπιδημούντες πάνκηδες, «βλέπει» με ψυχραιμία την θεατρικότητα της Πάολας, αποτυπώνει την ραστώνη των γιαγιάδων, τα χασμουρητά των «αραχτών», τους ματάδες που σέρνουν τις μαχητικές φεμινίστριες.



Γιώργος Νικολαϊδης


Αλλά και στις συναυλίες – αυτά τα διονυσιακά τελετουργικά της μητρόπολης – ήταν παρών, πάνω στην σκηνή, μέσα στο pitch, τρώγοντας γλίστρες, πιάνοντας την κίνηση, προσπαθώντας να νετάρει και να φωτομετρήσει στο σκοτάδι ή στο κόντρα φως, μέσα στα σπρωξίδια. Κι έτσι διέσωσε την ατμόσφαιρα και τις τελετουργικές πρακτικές – γιατί ελάχιστα μας ενδιαφέρουν, για να πούμε την αλήθεια, ο Κέιβ, η Σούζι ή ο Στιβ Γουίν ως φωτομοντέλα...

Και για να τελειώνουμε, η ιστορία της δεκαετίας του '80 που έγραψε ο Γιώργος Νικολαΐδης, παρότι εικονογραφημένη δεν είναι επ' ουδενί ποπ. Στην πραγματικότητα, είναι η ιστορία κάποιων ανθρώπων που προσπάθησαν να διαχειριστούν το όραμά τους και η πολιτική ιστορία της εκάστοτε κυβέρνησης (του κράτους ως συνεχούς δηλαδή) που προσπαθεί να τους διαχειριστεί. 

Ο θόρυβος από τις τζαμαρίες που σπάνε και οι φωτιές που τυφλώνουν ενίοτε τον φακό είναι οι λεπτομέρειες.  Και στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ο φωτογράφος που βλέπει την ουσία μέσα από το εντυπωσιακό σκηνικό της σύγκρουσης.





Η ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων ήταν ένας χώρος πολιτιστικής παραγωγής και πολιτικής αμφισβήτησης σχεδόν «από πάντα». Δεν πρόκειται ασφαλώς για κάποια μεταφυσική ιδιότητα, αλλά για ένα χωροκοινωνικό χαρακτηριστικό που προέκυψε όχι γραμμικά, αλλά μέσω σύνθετων διαδικασιών ανατροφοδότησης από την αλληλοσχετιζόμενη παρουσία πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, εκδοτικών δραστηριοτήτων, νεανικού-φοιτητικού πληθυσμού και υποδομών εστίασης και ψυχαγωγίας, και όλα αυτά σε μια γειτονιά ακριβώς δίπλα στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, με την πυκνή διασπορά χώρων πολιτικής, οικονομικής και συμβολικής ισχύος, αλλά με κύρια χρήση την κατοικία μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων. 

Παρότι, λοιπόν, κάποια από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Εξαρχείων έχουν μακρά ιστορία που φτάνει μέχρι και τον 19ο αιώνα, μπορεί κανείς με σχετική ασφάλεια να πει πως τα Εξάρχεια έγιναν «τα Εξάρχεια» μόλις μετά την Μεταπολίτευση. Αναγκαίες γι’ αυτήν την σταδιακή ανάδυση των Εξαρχείων ως διακριτού αντικειμένου ήταν δύο συγκροτητικές διαδικασίες: Η μία, ενδογενής, είχε να κάνει με την, εν πολλοίς χαλαρή, συγκρότηση μιας πολλαπλότητας που είχε καταβολές στα κοινωνικά κινήματα και τα υπόγεια πολιτιστικά ρεύματα της δεκαετίας του 1960 αλλά και διάφορες εκδοχές και διαβαθμίσεις του αναρχισμού αφενός, και έκδηλη χωρική αναφορά τα Εξάρχεια αφετέρου. 





Η τελευταία σχετιζόταν τόσο με τα παραπάνω χωροκοινωνικά χαρακτηριστικά της γειτονιάς, όσο και με το Πολυτεχνείο και το διεκδικούμενο νόημα της εξέγερσης του 1973. Η άλλη, εξωγενής, είχε να κάνει με την παραγωγή ενός λόγου που προήλθε βασικά από τον Τύπο, αλλά συσχετιζόταν με τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο της εποχής και αλληλεπιδρούσε μαζί του καθώς η συγκυρία εκτυλισσόταν.

Τα πρώτα χρόνια μετά την Μεταπολίτευση, τα Εξάρχεια αποτελούσαν βασικά μια «παράπλευρη» χωρική αναφορά στα ρεπορτάζ των διαδηλώσεων, πορειών και συγκεντρώσεων, μέσα από τις οποίες αναδείχθηκε η καθοριστική σημασία των βασικών χαράξεων του αθηναϊκού κέντρου και της διασποράς των χώρων πολιτικής και συμβολικής ισχύος (και κυρίως του διπόλου Πολυτεχνείο-Βουλή) σε αυτό, μέσα από την ανάδυση επαναλαμβανόμενων μοτίβων (κινήσεων και αναμονών, ελιγμών, περικυκλώσεων, υποχωρήσεων), ιδίως στις, όχι σπάνιες, συγκρούσεις αστυνομίας-διαδηλωτών. 

Στα ρεπορτάζ που περιέγραφαν αυτές τις συγκρούσεις, άρχισαν να πυκνώνουν οι πρώτες αναφορές στα «στενά των Εξαρχείων» ως ορμητήριο ή καταφύγιο του πιο «μαχητικού» (ή «ταραχοποιού») μέρους των διαδηλωτών. Η καταλληλότητα της γειτονιάς γι’ αυτόν τον ρόλο προέκυπτε πολλαπλώς: γειτνίαση με τον σημαντικό από συμβολική και πρακτική άποψη (άσυλο) χώρο του Πολυτεχνείου, πυκνότητα και μορφή του αστικού ιστού, θέση έξω από το καθαυτό κέντρο, αλλά δίπλα σε αυτό. Καταλληλότητα που, προϊόντος του χρόνου, φαινόταν να είναι επιχειρησιακά βολική και για τις δύο εμπλεκόμενες στις συγκρούσεις πλευρές.

Τα Εξάρχεια αρχίζουν να λαμβάνουν de facto αρνητική χροιά στον δημόσιο λόγο ως οιονεί «γκέτο αναρχικών» μετά το 1977-78 και αφού ακολούθησε μια σειρά όλο και πιο «ηχηρών» και συγκρουσιακών (αν και όχι πάντα βίαιων) παρεμβάσεων μιας όντως διακριτής, αν και όχι εντελώς συνεκτικής, ομάδας αναρχικών με σαφή χωρική αναφορά στην πλατεία Εξαρχείων και διάφορα στέκια (καφέ, γραφεία περιοδικών, κ.λπ.) στα γύρω στενά. 

Πάντως, αυτή η ανάδυση μοιάζει να αποτελεί σύμπτωμα ή μέρος μιας ευρύτερης ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας που εκδηλώνεται τα επόμενα χρόνια μέσω πολύ δυναμικών, αυτόνομων φοιτητικών κινητοποιήσεων, οι οποίες ενεργοποιούν τα κατασταλτικά αντανακλαστικά όχι μόνο του κράτους – που βλέπει σε αυτές μια απειλή ισοδύναμη σχεδόν με τον «άγριο» εργοστασιακό συνδικαλισμό της εποχής – αλλά και του ΚΚΕ, που έβλεπε την ηγεμονία του στα πανεπιστήμια να χάνεται.





Ο συναγερμός λήγει με την δολοφονική αστυνομική καταστολή της πορείας του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1980 που συντρίβει το ηθικό των πολιτικών/συγκρουσιακών συνιστωσών του αυτόνομου μορφώματος. Ωστόσο, μετά τον εκλογικό θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ, το 1981, οι πολιτισμικές/επιθυμητικές συνιστώσες των «Εξαρχείων» επανεμφανίζονται με το «πρώτο κύμα» των στεγαστικών καταλήψεων και με ελπίδες για ευρύτερη κοινωνική επιρροή και κρατική ανοχή. 

Η τελευταία ελπίδα αποδεικνύεται φρούδα, αφού οι καταλήψεις γρήγορα κλείνουν. Η πρώτη, όμως, δεν είναι εντελώς αβάσιμη: η ελληνική κοινωνία βιώνει ήδη την μετάβαση προς πιο ατομικιστικές μορφές υποκειμενοποίησης και αυτή η μετάβαση πραγματοποιείται τόσο μέσω του καταναλωτισμού όσο και μέσω της διάδοσης «πειραματικών» πρακτικών και εικόνων του εαυτού, οργάνωσης της οικογένειας και διαδικασιών κοινωνικοποίησης. 

Παράλληλα, τα Εξάρχεια παγιώνονται ως ένας σημαντικός πόλος δραστηριοτήτων που σχετίζονται με το εναλλακτικό ροκ της εποχής, διεθνές και αθηναϊκό – και πρακτικά ο μοναδικός, μετά την ανάπλαση της Πλάκας (1983) και το κλείσιμο των ροκ στεκιών της περιοχής. Αυτή η εξέλιξη σήμαινε ότι η πιο πάνω μετάβαση και ιδίως οι παραβατικές ή προβληματικές όψεις της που κωδικοποιούνταν ως «κοινωνική κρίση» ή «κρίση της νεολαίας» – έβρισκε μια εύκολη, χωρική αντιστοίχιση στα Εξάρχεια. 

Τι κι αν υπήρχαν εκδοχές της κρίσης αυτής, όπως οι «χούλιγκαν» ή οι «καμικάζι», που δεν ήταν καν συνηθισμένοι «τύποι» των Εξαρχείων; Πολλοί άλλοι ήταν. Για παράδειγμα, οι «πανκ». Μια χούφτα από δαύτους ήταν η αφορμή για την πρώτη «Επιχείρηση Αρετή» στα Εξάρχεια, το φθινόπωρο του 1984, η οποία εγκαινίασε μια διετία δαιμονοποίησης και άγριας καταστολής με διάφορες αφορμές (αντιφασιστική πορεία κατά την επίσκεψη Ζ.Μ. Λεπέν, κατάληψη Χημεικού, δολοφονία Καλτεζά, αντιπυρηνικές διαδηλώσεις μετά το ατύχημα του Τσερνόμπιλ, κ.ά.),στην εκπνοή της οποίας, η δημόσια εικόνα των Εξαρχείων πήρε την στερεοτυπική μορφή της που έκτοτε έχει αλλάξει ελάχιστα.

Η επεισοδιακή αυτή διετία έληξε με το σχέδιο ανάπλασης των Εξαρχείων, το οποίο αναγγέλθηκε και εκπονήθηκε από το τότε Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος, αλλά τελικά εφαρμόστηκε σε ένα πολύ μικρό μέρος του. Το θέμα αυτό συζητήθηκε ελάχιστα στον ημερήσιο Τύπο, ωστόσο ήταν αυτός που προετοίμασε το έδαφος σε μεγάλο βαθμό, όχι μόνο μέσω των τρομοκρατικών τίτλων που συνόδευαν κάθε κατασταλτική επιχείρηση και σύγκρουση στους δρόμους, αλλά και μέσω των όλο και πιο πυκνών δημοσιευμάτων για το πρόβλημα των ναρκωτικών – το οποίο επίσης εντοπίστηκε προνομιακά στην πλατεία και τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά των Εξαρχείων.

Αν και το σχέδιο προέβλεπε την απαγόρευση των «οχλουσών» χρήσεων και στόχευε στην προσέλκυση εύπορων μεσοστρωμάτων και τουριστών, ξεσηκώνοντας ποικίλες αντιδράσεις (από ανοιχτές εκδηλώσεις-συζητήσεις μέχρι βομβιστικές επιθέσεις), τελικά ανεστάλη μετά από κυβερνητική απόφαση: ο ίδιος ο επικεφαλής της ομάδας μελέτης την απέδωσε εν πολλοίς στην ανησυχία της Αστυνομίας ότι, αν τα Εξάρχεια «αναβαθμίζονταν», η ίδια θα έχανε τον έλεγχο της διακίνησης των ναρκωτικών που είχε, βάσει σχεδίου, περιορίσει στην περιοχή.


κείμενο: Δημήτρης Ιωάννου, δρ. Πολεοδομίας και Χωροταξίας - Γιάννης Ν. Κολοβός δρ. Σύγχρονης Ιστορίας

απόσπασμα από το βιβλίο: «Είμαστε τρελοί και ευτυχισμένοι» του Γιώργου Νικολαϊδη, εκδ. «Στο Περιθώριο», 2017



Είπε

«Το ασπρόμαυρο φιλμ τότε ήταν πιο φτηνό. Το έπαιρνα εγώ σε 30 μέτρα και το έκανα καρούλια για οικονομία στο σκοτεινό θάλαμο. Επειδή δεν μου άρεσε το φλας, ήθελα την ατμόσφαιρα να την έχω όπως είναι. Οι βραδινές λήψεις είναι όλες με το φως του δρόμου. Δεν υπάρχει φλας γιατί τα σκοτώνει, ισοπεδώνει λίγο τα θέματα. Είχα βρει μια τεχνοτροπία να ευαισθητοποιώ εγώ τα φιλμ και με τους φωτεινούς φακούς που είχα τότε, με κάποιο χρόνο παραπάνω το εμφάνιζα στο σκοτεινό θάλαμο κι έβγαζα το αποτέλεσμα που ήθελα. Το ασπρόμαυρο είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, το χρώμα λίγο ωραιοποιεί τα πράγματα. Εγώ ήθελα να τα δώσω όπως ήταν, ρεαλιστικά κι όχι ωραιοποιημένα».

«Η δεκαετία του 1980 μπήκε αισιόδοξα γιατί ξεκίνησε με μια αλλαγή από την δεξιά πολιτική κι οποία ήταν λίγο αντιδραστική για εμάς τους νέους τότε. Στο χώρο της Πλατείας Εξαρχείων που έζησα, μπήκαν όλα τα θέματα τα οποία για κάποιο διάστημα θεωρούνταν στην κοινωνία ταμπού, όπως η σεξουαλικότητα, η ομοφυλοφιλία, η (αντι)ψυχιατρική, ο στρατός, η οικολογία. Μπήκαν θέματα στην ελληνική κοινωνία που στην Ευρώπη υπήρχαν από το γαλλικό Μάη του 1968 αλλά εδώ επειδή μεσολάβησε η Χούντα, ήρθαν ετεροχρονισμένα. Ηταν μια πολύ δημιουργική δεκαετία, ειδικά στο χώρο της μουσικής.

Από το 1982 και μετά δημιουργήθηκαν σκηνές ολόκληρες στην Ελλάδα. Με ελληνικό στίχο ήταν ο Νικόλας Ασιμος, ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Δημήτρης Πουλικάκος, η Κατερίνα Γώγου με τους στίχους της που σύχναζε κι αυτή στην πλατεία. Από ξένα συγκροτήματα, οι Last Drive ή τα πανκιά που ήρθαν από το Μοναστηράκι και την Πλάκα στην πλατεία το 1985 κι άρχισαν οι επιχειρήσεις Αρετή της αστυνομίας. Έγιναν πολλά πράγματα τότε όπως η δολοφονία του Καλτεζά που μας στιγμάτισε και προκάλεσε φοβερές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις.
Ηταν μια πολύ σημαντική δεκαετία για μένα, τη θυμάμαι έντονα, χωρίς να τη νοσταλγώ».




πηγή: εφμ. Τα Νέα, Γιώργος Νικολαϊδης, «Εγχρωμη τιβί, ασπρόμαυρη ζωή», 2/2026

επιμέλεια: J.Eco






ποδόσφαιρο στην αλάνα που δεν υπάρχει πιά στο λόφο του Στρέφη, 1985













Πάνκ και Ροκ συναυλίες, δεκαετία '80 - Rock in Athens, Ιούλιος '85























Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}

Το Aspromavro είναι μια αναζήτηση στην ελληνική και διεθνή ιστορία της Φωτογραφίας μέσα από άρθρα, παρουσιάσεις και αφιερώματα. 'Ενα προσωπικό σημειωματάριο για τη Φωτογραφία από το 1998.
Aspromavro is a search in the Greek and international history of Photography through articles, presentations and tributes. A personal notebook on Photography since 1998.