"Where Do We Go from Here?"
"Που πάμε από εδώ;"
Η Photo League ήταν μία Λέσχη ερασιτεχνών και επαγγελματιών φωτογράφων, οι δραστηριότητές της αποτέλεσαν σημαντικό υπόβαθρο για την αμερικανική φωτογραφία της δεκαετίας του 1930 έως 1940.
Η ομάδα δημιουργήθηκε μετά από διάσπαση των κινηματογραφιστών και των φωτογράφων της Film and Photo League, ενός παρακλαδιού της Workers International Relief, μιας οργάνωσης που προμήθευε τον Τύπο με εικόνες από τη ζωή της εργατικής τάξης.
Οι κινηματογραφιστές, υπό την ηγεσία του Paul Strand, ίδρυσαν την εταιρεία παραγωγής Frontier Films. Οι φωτογράφοι, με επικεφαλής τους Sid Grossman και Sol Libsohn, ίδρυσαν τη Photo League το 1936.
Ανάμεσα στα πρώτα και πιο γνωστά μέλη της ήταν επίσης οι Morris Engel, Aaron Siskind, Berenice Abbott, Walter Rosenblum και Paul Strand, ενώ αργότερα προσχώρησαν και άλλοι σημαντικοί φωτογράφοι όπως η Helen Levitt, η Lisette Model και ο Weegee.
Το ένα τρίτο των μελών της ήταν γυναίκες, οι οποίες είχαν μάλιστα και ενεργό ρόλο στην ηγεσία. Πολλά από τα αρχικά μέλη της League ήταν Αμερικανοί πρώτης γενιάς, παιδιά μεταναστών που είχαν εγκατασταθεί στο Lower East Side του Μανχάταν, στο Μπρούκλιν ή στο Μπρονξ. Γεννημένοι μεταξύ 1900 και 1925, αυτοί οι Νεοϋορκέζοι προέρχονταν από οικογένειες της εργατικής τάξης. Για την πλειονότητα των μελών της League, η φωτογραφία ήταν ένα μέσο ενσωμάτωσης στην αμερικανική κοινωνία, και πολλοί από αυτούς έγιναν αργότερα σεβαστοί φωτορεπόρτερ και επαγγελματίες φωτογράφοι. Στο απόγειό της η League προσέλκυσε μέλη από όλη τη χώρα.
Αρχικά η League λειτουργούσε σε ένα loft στην East 21st Street, και παρείχε στα μέλη της, με ένα συμβολικό ποσό, τις εγκαταστάσεις του σκοτεινού θαλάμου της και τεχνική εκπαίδευση. Η Λέσχη εξέδιδε επίσης ένα σημαντικό ενημερωτικό δελτίο, το "Photo Notes" και χρηματοδοτούσε διαλέξεις από τους πιο διάσημους φωτογράφους της εποχής, διοργάνωνε επίσης και κοινωνικές δραστηριότητες, όπως τα «Photo Hunts» και «Crazy Camera Balls».
Ως η μόνη μη εμπορική σχολή φωτογραφίας στην Αμερική εκείνη την εποχή η Photo League ήταν έτοιμη, το 1947, να υλοποιήσει ένα φιλόδοξο σχέδιο, να γίνει το Κέντρο της Αμερικανικής Φωτογραφίας. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε μετά την εμφάνιση της Λέσχης στον κατάλογο των ανατρεπτικών οργανώσεων του γενικού εισαγγελέα της Νέας Υόρκης Tom Clark τον Δεκέμβριο του 1947.
Αγνοώντας το έργο που παρήγαγαν τα μέλη της League, το FBI έδωσε έμφαση στην αφοσίωση της ομάδας στα κοινωνικά ζητήματα, προκειμένου να την κατηγορήσει για αντικυβερνητικές δραστηριότητες και πολιτικές συμμαχίες με την Αριστερά.
Τα μέλη της League απάντησαν στις κατηγορίες σε ένα ειδικό τεύχος του "Photo Notes" τον Ιανουάριο του 1948.
Σε μια παθιασμένη ομιλία, ο Paul Strand μίλησε εναντίον των αντιδραστικών δυνάμεων της χώρας, στόχος των οποίων ήταν να σιωπήσουν και να εκφοβίσουν το κοινό. Κάλεσε τα μέλη να «αλλάξουν την όψη ενός Κογκρέσου και μιας κυβέρνησης που επιτρέπουν και συμμετέχουν στον περιορισμό των βασικών ελευθεριών».
"Where do we go from here?"
Στις 16 Δεκεμβρίου στο ξενοδοχείο Diplomat στη Νέα Υόρκη, ο Rosenblum και ο Paul Strand μίλησαν στα μέλη του Photo League και διάβασαν τηλεγραφήματα υποστήριξης από τους Dorothea Lange, Ben Shahn, Edward Weston, Ansel Adams και άλλους. Η Nancy Newhall και ο Edward Weston συνέταξαν ένα τηλεγράφημα, το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα και στάλθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα Tom Clark.
Ο Rosenblum στο άρθρο αναρωτιέται γιατί το Photo League έγινε στόχος τέτοιων κατηγοριών και υπενθυμίζει ότι η ομάδα είχε τεκμηριώσει κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, όπως απεργίες, διαδηλώσεις και συνθήκες φτώχειας, μέσω της φωτογραφίας, κάτι που ήταν φυσικό για φωτογράφους που ήθελαν να αποτυπώσουν ειλικρινά τον κόσμο γύρω τους.
Το άρθρο τονίζει την αξία της ελευθερίας του λόγου και των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα των ΗΠΑ, αναφερόμενος στο πνεύμα του Tom Paine (συγγραφέα του Common Sense και του The Rights of Man) και την ανάγκη υπεράσπισης των βασικών δικαιωμάτων.
Ο Rosenblum αναφέρει επίσης ότι το Photo League είχε δημιουργήσει σημαντικό οπτικό υλικό, όπως ταινίες και φωτογραφίες, που τεκμηρίωναν τις κοινωνικές αναταραχές της εποχής, υλικό που δεν ενδιέφερε τα εμπορικά δελτία ειδήσεων.
αποσπάσματα από το άρθρο: Where do we go from here?
- "Η περίοδος μεταξύ 1929 και 1934 ήταν μία από τις πιο ταραχώδεις στην αμερικανική ιστορία. Εκατομμύρια άνθρωποι άνεργοι, τα δύο τρίτα του έθνους άσχημα ντυμένα, άσχημα στεγασμένα και άσχημα ταϊσμένα. Ποιο καλύτερο υλικό από αυτό για το φωτογράφο που ήθελε να αποτυπώσει ειλικρινά το κόσμο στον οποίο ζούσε; Τα χρόνια του πολέμου και η ευημερία που προήλθε από αυτόν ίσως μας έκαναν να ξεχάσουμε. Αλλά οι φωτογραφίες στα αρχεία μας είναι μια συνεχής υπενθύμιση. Το τμήμα ταινιών του Photo League τα πήγε πολύ καλά σε αυτό.
Σχεδόν το μοναδικό κινηματογραφικό υλικό που είναι διαθέσιμο σήμερα και τεκμηριώνει την αναταραχή εκείνων των καιρών είναι αυτό που δημιούργησε το τμήμα μας. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα είναι πραγματικά ευγνώμονες στους δημιουργούς των ταινιών του Photo League, όπως οι Leo Hurwitz, Sidney Meyers και Julian Roffman.
Η ιστορία του Photo League είναι η ιστορία των μελών του. Έχουμε αναπτύξει μια παράδοση βασισμένη στο κοινωνικό ρεαλισμό, επειδή τα μέλη μας ενδιαφέρονται βαθιά για τον κόσμο στον οποίο ζουν. Κάποια στιγμή, οι Πικτοριαλιστές χαρακτήρισαν τη φωτογραφία ντοκουμέντου ως «σχολή των σκουπιδιών».
Είναι αλήθεια ότι πολλά από τα μέλη μας δεν ενδιαφέρονται για τη βιτρίνα της πόλης. Όχι επειδή δεν αναγνώριζαν την αξία που υπάρχει σε τέτοια θέματα, αλλά επειδή μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον πυκνοκατοικημένο με όλα τα προβλήματα της πόλης. Κάνεις καλύτερη φωτογραφία μόνο από αυτό που σε επηρεάζει περισσότερο... "
- "Νιώθουμε βαθιά συναισθήματα για τους ανθρώπους που φωτογραφίζουμε, επειδή τα θέματά μας είναι από τη δική μας σάρκα και αίμα. Στο Χάρλεμ ή στην Ανατολική Πλευρά, δεν είμαστε τουρίστες που παρακολουθούν με περιέργεια τα εξωτικά πλήθη των ανθρώπων. Δεν μας ενδιαφέρουν οι φτωχογειτονιές για τις εικονογραφικές τους ιδιότητες. Οι άνθρωποι που ζουν εκεί είναι οι πατεράδες μας και μητέρες μας, αδερφοί μας και αδερφές μας. Τα παιδιά είναι οι δικές μας εικόνες όταν ήμασταν εμείς μικροί. Η απανθρωπιά να βλέπεις μια γυναίκα να ανεβάζει σέρνοντας ένα μεγάλο σακί με κάρβουνο τέσσερις ορόφους πάνω από τις σκάλες είναι κάτι που μας πονάει ακόμα, επειδή και οι δικές μας μητέρες το έκαναν. Πώς μπορεί κανείς να κριθεί για το ενδιαφέρον του για τον συνάνθρωπό του; Η ωριμότητά μας ποτέ δεν ήταν μόνο με το συναισθήμα.
Αυτό που έλειπε σε πολλούς από εμάς ήταν η αισθητική ικανότητα να συνοψίσουμε τα συναισθήματά μας σε εικόνες που να μας εκφράζουν πλήρως και ολοκληρωτικά με οπτικούς όρους μέσα από τις καρδιές μας.
Αλλά αυτό είναι ένα πρόβλημα με το οποίο οι φωτογράφοι του Photo League που ασχολούνται με την κοινωνική σκηνή αρχίζουν να καλλιεργούν εδώ με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση."
- "Αυτό το έντονο αίσθημα για την κοινωνική σκηνή δεν περιορίζεται στο Χάρλεμ ή στον δρόμο Pitt. Γι’ αυτό και ριχτήκαμε τόσο γρήγορα στον πόλεμο. Οργανώσαμε τη δουλειά μας στον Ερυθρό Σταυρό, στις AWVS (Αμερικανικές Γυναικείες Εθελοντικές Υπηρεσίες) και στα κέντρα αναψυχής των στρατιωτών με όλη μας τη δύναμη.
Τα μέλη μας έκαναν εξαιρετική δουλειά στις ένοπλες δυνάμεις. Σε μια συνάντηση που οργανώθηκε τότε για να ενσωματώσει τα Φωτογραφικά Σωματεία στη πολεμική προσπάθεια, ο Λοχαγός [Edward] Steichen είπε στην ομάδα να ακολουθήσει την εξαιρετική ηγεσία του Photo League.
Πετύχαμε στους στόχους μας επειδή καταλάβαμε την πραγματική φύση του κόσμου στον οποίο ζούμε. Η καταστροφή του φασισμού είχε προσωπική σημασία για όλους μας και θα χρησιμοποιούσαμε τις φωτογραφικές μας μηχανές για να βοηθήσουμε να συντριβεί η δύναμή του.
Είναι αλήθεια ότι τα μέλη μας εξακολουθούν να ενδιαφέρονται έντονα για την κοινωνική σκηνή. Η εποχή του καλλιτέχνη στον πύργο από ελεφαντόδοντο έχει τελειώσει. Με την έλλειψη στέγης που υπάρχει, δεν μπορείς καν να νοικιάσεις ένα πύργο από ελεφαντόδοντο πια.
Τα μέλη μας ένιωσαν ότι ο νόμος Taft Hartley (που επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς στα εργατικά συνδικάτα) ήταν μια απειλή όχι μόνο για την εργασία αλλά και για όλο τον αμερικανικό λαό και έτσι, με δημοκρατικό τρόπο, σε μία από τις συναντήσεις μας, έστηλαν ένα ψήφισμα που παρότρυνε το Κογκρέσο να μη περάσει εκείνο το νόμο.
Ο πληθωρισμός, η έλλειψη επαρκούς στέγης και η απειλή ενός νέου πολέμου επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους. Είμαστε και θα είμαστε πάντα ενεργοί πολίτες καθώς και φωτογράφοι.
Ωστόσο, θα ήταν λάθος αν οι λίγες πολιτικές ενέργειες που έχουμε κάνει μέχρι τώρα κρύψουν την πραγματική φύση του Photo League. Είμαστε, ήμασταν και θα είμαστε πάντα ένας οργανισμός αφιερωμένος αποκλειστικά στη φωτογραφία, όσο μας το επιτρέπει ένας ταραγμένος κόσμος. Τα μέλη μας είναι κάθε φυλής, χρώματος και θρησκείας και κάθε πολιτικής απόχρωσης. Η μοναδική ερώτηση που κάνει η επιτροπή των μελών μας σε υποψήφια μέλη αφορά μόνο τη σοβαρότητα της προσέγγισής τους στη φωτογραφία.
Το Photo League είναι ένας φωτογραφικός και όχι πολιτικός οργανισμός."
- "Υπάρχει μόνο μία απάντηση στη λίστα του Clark. Και αυτή είναι να προχωρήσουμε με όλη μας τη δύναμη μπροστά, χτίζοντας ένα μεγαλύτερο και καλύτερο Photo League. Το Photo League αναπτύχθηκε από την ανάγκη που έχουν οι φωτογράφοι να μαζεύονται ως κοινωνικά άτομα για να μιλούν μεταξύ τους για φωτογραφίες, να βοηθούν ο ένας τον άλλον να γίνουν καλύτεροι φωτογράφοι, να έχουν ένα χώρο όπου μπορούν να δείχνουν τις φωτογραφίες τους στο κοινό και να έχουν και ένα σχολείο για νέους φωτογράφους.
Αυτές οι ανάγκες υπάρχουν πιο έντονα από ποτέ. Η δουλειά μας μέχρι σήμερα έχει κερδίσει τη φήμη ότι είμαστε μια δύναμη στην αμερικανική φωτογραφία. Γνωρίζουμε πόσα περισσότερα υπάρχουν για να γίνουν. Ας συνεχίσουμε το έργο μας. Ας κάνουμε το Photo League αυτό που τα όνειρά μας λένε ότι μπορεί να γίνει."
"Ενωθήκαμε μπροστά σε μια συκοφαντική επίθεση. Ας ενωθούμε τώρα για να χτίσουμε το Photo League σαν ένα πραγματικό κέντρο της αμερικανικής φωτογραφίας."
πηγή: New York Public Library's Online Exhibition Archive.
Αμέσως μετά την κατηγορία του FBI, ο αριθμός των μελών αυξήθηκε, καθώς οι φωτογράφοι συσπειρώθηκαν γύρω από τη Λέσχη. Έγινε τότε και μια μεγάλη αναδρομική έκθεση, με τίτλο «This Is the Photo League», που πραγματοποιήθηκε στα νέα κεντρικά γραφεία της Λέσχης στην East 10th Street.
Αυτή η ελπιδοφόρα συσπείρωση ήταν όμως βραχύβια, καθώς οι φωτογράφοι σύντομα συνειδητοποίησαν ότι η συνέχιση της ιδιότητας ως μέλους της Λέσχης θα είχε σαν τίμημα τη διακινδύνευση της καριέρας τους και το κοινωνικό περιθώριο.
Αν και μερικά μέλη της Λέσχης, μεταξύ των οποίων και ο Sid Grossman, μπορεί να ήταν και μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι ισχυρισμοί για υπονόμευση δεν τεκμηριώθηκαν ποτέ. Παρ' όλα αυτά, η Photo League αναγκάστηκε να διαλυθεί το 1951, μετά από μαρτυρία της πληροφοριοδότη του FBI (Angela Calomiris) ότι ήταν μια οργάνωση βιτρίνα του Κομμουνιστικού Κόμματος, άλλωστε ο μακαρθισμός σάρωνε τότε τη χώρα.
Το Οκτώβριο του 2006 στα γενέθλια της 70ής επετείου από την ίδρυση της Λέσχης, έγινε στη Νέα Υόρκη στο Jewish Museum μεγάλη αναδρομική έκθεση από τη συλλογή έργων του Ιδρύματος που στηρίζει τη Τέχνη της Φωτογραφίας, των Miriam and Ira D. Wallach υπό τη σκέπη του Columbia University.
Όπως και η αναδρομική έκθεση του 1948 - 49, η νέα έκθεση χωρίζεται σε τρεις ενότητες:
α) φωτογράφοι που καθοδήγησαν τις αρχικές προσπάθειες της ομάδας,
β) ιδρυτικά και πρώτα μέλη και
γ) μεταγενέστερα μέλη, φωτογράφοι που προσχώρησαν στη Λέσχη μετά την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Κάθε ενότητα εστιάζει στο έργο ενός μεμονωμένου φωτογράφου που τεκμηριώνεται από τις Συλλογές Φωτογραφίας: Lewis Hine, Sol Libsohn και Rosalie Gwathmey, αντίστοιχα.
Όπου είναι δυνατόν, παρουσιάζονται έργα από την καριέρα των φωτογράφων τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά την ενεργό περίοδο της Photo League. Αποσπάσματα από το Photo Notes έδιναν σχετικές πληροφορίες για τις φωτογραφίες και τα ενδιαφέροντα της Λέσχης τα οποία ήταν τόσο αισθητικά όσο κοινωνικά και πολιτικά.
Παρ' όλα αυτά, μετά το 1947 τα μέλη συνειδητοποίησαν ότι «δεν ζούσαν πια σε μια αισθητική εποχή, αλλά σε μια καθαρά πολιτική εποχή».
Υπενθυμίζοντας σε όλους μας ότι το εκάστοτε πολιτικό κλίμα σε οποιαδήποτε χώρα μπορεί να έχει συνέπειες και στο Πολιτισμό της.
κείμενο: Stephen C. Pinson
Επιμελητής, Συλλογή Φωτογραφιών, Τμήμα Τέχνης, Εκτυπώσεων και Φωτογραφιών Ιδρύματος Miriam και Ira D. Wallach
αναδημοσίευση από: The New York Public Library's Online Exhibition Archive
Workers Film and Photo League (1930)
Πρωταρχικά μέλη και ιδρυτές του πρώιμου φορέα
Paul Strand – φωτογράφος και κινηματογραφιστής.
Sam Brody – κινηματογραφιστής και βασικό στέλεχος στο σχηματισμό της WFPL.
Leo Hurwitz – φωτογράφος και κινηματογραφιστής, μέλος από τα πρώτα χρόνια.
Ralph Steiner – φωτογράφος και κινηματογραφιστής.
Irving Lerner – φωτογράφος και κινηματογραφιστής.
Jay Leyda – ιστορικός και μέλος της WFPL.
Lewis Jacobs – κριτικός και μέλος της WFPL.
Lester Balog και Robert Del Duca – συμμετείχαν στην αρχική ομάδα.
Photo League (1936 και μετά)
Βασικοί συντελεστές
Sid Grossman – ένας από τους βασικούς ιδρυτές και διευθυντές της Photo League, υιοθέτησε τη σύνδεση πολιτικής και αισθητικής
Sol Libsohn – συνιδρυτής μαζί με τον Grossman, έμφαση στη φόρμα και στο ανθρώπινο στοιχείο
Paul Strand – υπήρξε σημαντικό μέλος και υποστηρικτής στην ίδρυση, έδειξε ότι η κοινωνική φωτογραφία μπορεί να είναι και υψηλή τέχνη
Berenice Abbott – συμμετείχε στη μεταμόρφωση της αρχικής ομάδας σε Photo League, αστική τεκμηρίωση της Νέας Υόρκης, ενίσχυσε τη σοβαρότητα και την καλλιτεχνική αυτονομία της λέσχης
Aaron Siskind - βασικός θεωρητικός και δάσκαλος, από το κοινωνικό ντοκουμέντο προς πιο αφαιρετική, προσωπική φωτογραφία, γέφυρα προς τον μεταπολεμικό μοντερνισμό.
Weegee (Arthur Fellig) - ριζοσπαστική, ανεξάρτητη φωνή, ωμή, νυχτερινή φωτογραφία δρόμου και εγκλήματος, έφερε το ρεαλισμό στα άκρα.
Walter Rosenblum - κοινωνικός ντοκιμενταρίστας και δάσκαλος, ανθρωπιστική προσέγγιση, οικογένεια, κοινότητα, πόλεμος (αργότερα).
Dan Weiner - εκπαιδευόμενος του Grossman, καθημερινή ζωή και κοινωνικές σχέσεις, συνέχισε το πνεύμα της League και μετά τη διάλυσή της.
Louis Stettner - φωτογράφος και παρατηρητής της εργατικής τάξης, ανθρώπινη και ήσυχη ματιά στον αστικό χώρο, σύνδεση ΗΠΑ και Ευρώπης.
Ruth Orkin - νεότερη γενιά, φωτογραφία δρόμου, γυναίκες και καθημερινότητα, περισσότερο προσωπική και αφηγηματική ματιά.
Lisette Model - καλλιτεχνική επιρροή και δασκάλα, έντονα κοντινά, ψυχολογικό βάθος, επηρέασε βαθιά την αισθητική της League.
Morris Engel - καινοτόμος τεχνικά, αυθόρμητη λήψη, πρόδρομος του ανεξάρτητου κινηματογράφου δρόμου.
Εμβληματικά έργα της Λέσχης
Sid Grossman
Harlem Document (1936–1940, σε συνεργασία με Aaron Siskind)
Το πιο αναγνωρίσιμο έργο της Photo League. Κοινωνικό ντοκουμέντο της ζωής στο Harlem
Aaron Siskind
Harlem Document
Εστίαση στην καθημερινότητα, τα παιδιά, τους δρόμους. Σταδιακή μετάβαση από το κοινωνικό ρεαλισμό σε προσωπική ματιά
Berenice Abbott
Changing New York (1935 - 1939)
Αστική τεκμηρίωση της Νέας Υόρκης. Αρχιτεκτονική, δρόμος, κοινωνικές αντιθέσεις
Weegee (Arthur Fellig)
Naked City (φωτογραφίες 1938 - 1945)
Νυχτερινή Νέα Υόρκη, εγκλήματα, πλήθη. Άμεσο φλας, ωμός ρεαλισμός
Walter Rosenblum
Pitt Street Project (τέλη 1930s)
Καθημερινή ζωή μεταναστών στο Lower East Side. Έμφαση στην οικογένεια και τη κοινότητα
Lisette Model
Reflections & Street Portraits (τέλη 1930s–1940s)
Έντονα κοντινά, ψυχολογική ένταση. Αντισυμβατική αισθητική
Dan Weiner
Everyday Life, New York (1940s)
Καθημερινές σκηνές χωρίς δραματοποίηση. Άνθρωπος και δημόσιος χώρος
Louis Stettner
Pennsylvania Station, New York (1940s)
Εργάτες, μετακίνηση, αστικό περιβάλλον
Σύνδεση Photo League και FSA (Farm Security Administration)
H Photo League δημιουργήθηκε το 1936 και η FSA το 1937. Και οι δύο ομάδες ενδιαφέρθηκαν για τα κοινωνικά ζητήματα των ΗΠΑ. H FSA εστίασε στους αγρότες και την ύπαιθρο με κυβερνητική ανάθεση έργου ενώ η Photo League εστίασε στον αστικό πληθυσμό κυρίως της Νέας Υόρκης λειτουργώντας ως αυτόνομη συλλογικότητα. Η Photo League συχνά φιλοξενούσε εκθέσεις μελών της FSA, αναγνωρίζοντας την ποιότητα του έργου τους παρά τις διαφορετικές αφετηρίες τους και ίσως και τη διαφορετική ιδεολογία τους.
Υπήρξε “σύνδεση” ανάμεσα στη Photo League της Νέας Υόρκης και στη φωτογραφική δραστηριότητα της Farm Security Administration (FSA), αλλά δεν ήταν μια επίσημη συγχώνευση με τα ίδια καθήκοντα και τις ίδιες οικονομικές απολαβές.
Και οι δύο ήταν μέρος του ευρύτερου κύματος του κοινωνικού ρεαλισμού στη φωτογραφία στις ΗΠΑ, που ήθελε να δείξει τη «πραγματική ζωή» των ανθρώπων και να δημιουργήσει μια κοινωνική αφύπνιση. Παρόλο που η FSA ήταν κυβερνητικό πρόγραμμα και η Photo League ήταν μια ανεξάρτητη ομάδα, οι φωτογραφίες και των δύο μοιράζονταν συχνά σε πολλές εφημερίδες, εκθέσεις και βιβλία, προωθώντας ένα παρόμοιο μήνυμα για κοινωνική αλλαγή.
Οι φωτογράφοι που συνδέθηκαν στενά τόσο με τη Farm Security Administration (FSA) όσο και με τη Photo League είναι κυρίως οι εξής:
Arthur Rothstein: Υπήρξε ένας από τους πρώτους φωτογράφους που προσέλαβε ο Roy Stryker στην FSA και ταυτόχρονα ήταν ενεργό μέλος της Photo League.
Dorothea Lange: Tο έργο της είναι ταυτισμένο με την FSA, είχε στενούς δεσμούς και με τη Photo League, υποστηρίζοντας τους σκοπούς της.
Ben Shahn: Ζωγράφος και φωτογράφος που εργάστηκε στην FSA και ήταν επίσης και μέλος της Photo League, όπου και δίδαξε εκεί.
Consuelo Kanaga: Μια από τις πρώτες γυναίκες φωτορεπόρτερ, η Kanaga είχε δεσμούς με την FSA μέσω της φιλίας της με τη Dorothea Lange και ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Photo League.
Berenice Abbott: Αν και η Abbott είναι διάσημη για το πρόγραμμα Changing New York (το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το WPA και όχι απευθείας από την FSA), είχε στενή συνεργασία με τη Photo League, όπου δίδασκε και συμμετείχε στο συμβούλιο. Το 1936 ήταν ηγετική μορφή της League.
John Vachon: Το 1936 ξεκίνησε στην FSA ως υπάλληλος αρχείου, αλλά γρήγορα έγινε ένας από τους βασικούς φωτογράφους της. Αργότερα (μετά τον πόλεμο) έγινε και αυτός επίσημο μέλος της Photo League.
Lisa Davis - Angela Calomiris, Undercover Girl
Angela Calomiris
Η πληροφοριοδότης του FBI που διέλυσε τη Photo League
Η Angela Calomiris (1916–1995) ήταν Αμερικανίδα φωτογράφος ελληνικής καταγωγής, γνωστή κυρίως για τον ρόλο της ως μυστική πληροφοριοδότης του FBI μέσα στο Αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (CPUSA) και στο New York Photo League κατά τη δεκαετία του 1940.
Ζούσε στο Greenwich Village, ασχολήθηκε με τη φωτογραφία κοντά τον φωτογράφο Hal Phyfe και συμμετείχε ενεργά στο Photo League.
Το 1942, προσλήφθηκε από το FBI για να διεισδύσει στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Angela Cole παρέχοντας πληροφορίες για τα μέλη και τις δραστηριότητες του κόμματος και του Photo League.
Η μαρτυρία της ήταν κρίσιμη στη δίκη του 1949 κατά 11 μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος, γνωστή ως Smith Act trial.
Ως ανοιχτά ομοφυλόφυλη, η σεξουαλικότητά της ήταν ήδη γνωστή στο FBI, δεν αποτέλεσε όμως εμπόδιο για τη συνεργασία της με αυτό καθώς το FBI ενδιαφερόταν κυρίως για τις πληροφορίες που μπορούσε να αποσπάσει.
Στο βιβλίο της η ιστορικός Lisa E. Davis, "Undercover Girl: The Lesbian Informant Who Helped the FBI Bring Down the Communist Party", ανασυνθέτει μία από τις πιο ξεχασμένες ιστορίες της κόκκινης τρομοκρατίας και της αντικομμουνιστικής υστερίας που κυριάρχησε στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1940 και του 1950. Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία της Angela Calomiris, μιας νεαρής φωτογράφου που ήταν η μοναδική γυναίκα που κατέθεσε υπέρ της κατηγορίας στη δίκη του 1949 κατά 11 μελών του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Smith Act trial), καθώς και τις προσπάθειές της να εκμεταλλευτεί τη θέση της στο FBI για προσωπικό όφελος.
Η Davis προσπαθεί να παρουσιάσει μια όσο το δυνατόν ισορροπημένη άποψη για τη φωτογράφο που έγινε πληροφοριοδότης. Η Calomiris ήταν συχνά ανειλικρινής, χειριστική, υποκριτική, πεινασμένη για φήμη κάποια που, με τα λόγια του FBI, «θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα πάντα ως πρώην πληροφοριοδότης του Γραφείου για τη καριέρα της».
'Ηταν ανελέητη, προδίδοντας ακόμη και τους μέντορές της και συναδέλφους στη φωτογραφία, συμπεριλαμβανομένου του Sid Grossman, ενός σεβαστού δασκάλου φωτογραφίας, τον οποίο η Calomiris παρουσίασε ως άσπλαχνο κομμουνιστή. Ο Grossman δεν ξαναδούλεψε έκτοτε στη Νέα Υόρκη και συχνά έλεγε ότι η Calomiris του είχε καταστρέψει τη ζωή.
Angela Calomiris 1929 - Red Masquerade
Η ιστορία της Calomiris εξελίσσεται σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία ήταν ακόμα παράνομη και οι ομοφυλόφιλοι θεωρούνταν ψυχικά άρρωστοι, όπου η αστυνομία έκανε συχνά επιδρομές σε μπαρ και μαγαζιά συλαμβάνοντας τους πελάτες. Η ομοφυλοφιλία θεωρούνταν επίσης κίνδυνος και για την εθνική ασφάλεια. Το 1950 η πρώτη σελίδα της Washington Times Herald υπονόησε ότι σοβιετικοί πράκτορες στόχευαν ετεροφυλόφιλες γυναίκες δημόσιους υπαλλήλους «παροτρύνοντάς τες σε μια ζωή λεσβιακής συμπεριφοράς». Ωστόσο, όπως γράφει η Davis, η δεκαετία του 1940 και του 1950 ήταν «μια από αυτές τις σπάνιες στιγμές στην αμερικανική ιστορία όπου υπήρχε κάτι χειρότερο από το να είσαι λεσβία, ήταν να είσαι κομμουνίστρια».
Προς το τέλος της θητείας της, ζητήθηκε να αποχωρήσει από το Κόμμα επειδή ήταν ομοφιλόφιλη. Η Calomiris αρνήθηκε να φύγει και ζήτησε δίκη για αυτές τις κατηγορίες. Το Κόμμα δεν προχώρησε ποτέ την υπόθεση, επιτρέποντάς της να παραμείνει μέλος αλλά σε μία περισσότερο υποβιβασμένη θέση.
Η ριψοκίνδυνη απόφαση της Calomiris να καταθέσει και να αποκαλύψει την ταυτότητά της ήταν μια κίνηση που ήλπιζε ότι θα της απέφερε ευκαιρίες: φήμη, χρήματα και κύρος. Αντ’ αυτού όμως οδήγησε στη καταστροφή του New York Photo League (το οποίο δεν ανέκαμψε ποτέ, έχοντας χάσει πολλά από τα μέλη του, συμπεριλαμβανομένου του Grossman, που θεωρούνταν από πολλούς ως «η ψυχή» της λέσχης), καθώς και στην απώλεια της δικής της θέσης στη κοινότητα των φωτογράφων.
Η δίψα της για φήμη επιδείνωσε τα πράγματα. Μετά την κατάθεσή της στην πρώτη δίκη του Smith Act (η τελευταία από τις οποίες έγινε το 1958), το FBI τη παρότρυνε να μην μιλάει δημόσια μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση. Αντ’ αυτού, η Calomiris ξεκίνησε μια πλήρη επίθεση στα μέσα ενημέρωσης, εμφανιζόμενη και σε ραδιοφωνικές εκπομπές , συμπεριλαμβανομένης και αυτής της Eleanor Roosevelt, την οποία ισχυριζόταν ότι γνώριζε και ήταν πολύ φίλες. Τότε έγραψε (με τη βοήθεια ενός ghostwriter - κρυφού συγγραφέα) ένα «αποκαλυπτικό» βιβλίο με τίτλο Red Masquerade: Undercover for the FBI.
Tom Clark
Οι αφηγήσεις της Calomiris στο βιβλίο της για τη θητεία της ως κατασκόπου είναι γεμάτες, όπως και η κατάθεσή της, με ανακρίβειες και υπερβολές, συμπεριλαμβανομένου και του ότι η δουλειά της δεν είχε αμειφθεί όπως έπρεπε, κάτι που εξόργισε περαιτέρω το FBI. Η αλήθεια ήταν ότι η Calomiris όχι μόνο πληρωνόταν, αλλά πληρωνόταν και αρκετά καλά κερδίζοντας πάνω από 40.000 δολάρια το χρόνο με τα σημερινά δεδομένα.
Ο ίδιος ο διευθυντής του FBI, Edgar Hoover, παραπονέθηκε ότι ήταν «απογοητευμένος από αυτή τη γυναίκα», η οποία «μας προξενεί μεγάλη βλάβη στην Υπηρεσία».
Η Calomiris ήλπιζε ότι οι διασυνδέσεις της με το FBI θα της εξασφάλιζαν αναγνώριση στο κόσμο της φωτογραφίας. Δεν ήθελε μια «απλή ανάθεση έργου», αλλά το τίτλο της φωτογράφου στο προσωπικό του LIFE. Οι ομοσπονδιακοί όσο μπόρεσαν προώθησαν τη δουλειά της αλλά αυτό τελικά δεν βοήθησε και τόσο. Το LIFE θεώρησε ότι «το ταλέντο της δεν ήταν στο επίπεδο των προτύπων του».
Μια άλλη επαγγελματική συνέντευξη που έδωσε στο Ladies’ Home Journal ήταν, κατά όλες τις ενδείξεις, καταστροφική γι’ αυτήν. Την επέπληξαν για τη ζημιά που προκάλεσε στις καριέρες των άλλων φωτογράφων και της είπαν ότι δεν μπορούσαν να την εμπιστευτούν για τίποτα.
Ξανά στράφηκε λοιπόν στο FBI για βοήθεια στην εύρεση δουλειάς, αλλά τότε εκείνοι είχαν ελάχιστο ενδιαφέρον πια για αυτή. «Αν ήσουν πληροφοριοδότης, ήσουν ήρωας για λίγα χρόνια», εξηγεί η Davis. «Όταν η σκόνη έπεσε, κανείς δεν ήθελε να τη ξέρει».
Απομονωμένη και αδυνατώντας να εργαστεί στη φωτογραφία, η Calomiris πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στο Cape Cod στο Μεξικό ως επιχειρηματίας ακινήτων μέχρι το 1995 όπου και πέθανε.
πηγή: Vice, (απόσπασμα, αναδημοσίευση)
επιμέλεια αφιερώματος: J.Eco












































