Social Media Icons

Νίκος Μάρκου, Γκάζι, Πέραμα

Ιαν 20, 2017 0 comments





Το Αθηναϊκό εργοστάσιο της Γαλλικής Εταιρείας Φωταερίου ιδρύθηκε το 1857. Τα τούβλα, τα κεραμίδια και τα υπόλοιπα οικοδομικά υλικά, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου ήρθαν από τη Γαλλία με πλοία. 
«Το 1982 περνώντας την κεντρική πύλη του εργοστασίου, λες και μεταφέρθηκα πίσω στο 1857. Οι εργασιακές συνθήκες είχαν παραμείνει ίδιες εδώ και 125 χρόνια. Αυτή η μεταφορά στο παρελθόν και τα πρόσωπα των εργατών, που με τη ζωή τους έδιναν ζωή στο εργοστάσιο, ήταν ο λόγος που επισκεπτόμουν τις εγκαταστάσεις επί δύο χρόνια. Ήθελα να γνωρίσω και να αποτυπώσω φωτογραφικά τους ανθρώπους που εργάζονταν κάτω από αυτές τις συνθήκες.» 

«Η μυρωδιά κάρβουνου που καίγεται ήταν το πρώτο πράγμα που παρατηρούσα μπαίνοντας κάθε πρωί στο εργοστάσιο. Η μυρωδιά αυτή πλανιόταν παντού, κυρίευε τον χώρο. Κολλούσε στα ρούχα, στα μαλλιά, εισέβαλλε στα ρουθούνια. Επιστρέφοντας στο σπίτι και για πολλές μέρες μετά, κάθε φορά που φυσούσα τη μύτη μου, το χαρτομάντιλο γινόταν μαύρο. Μέσα στα κτίρια του εργοστασίου η μυρωδιά παραμένει ακόμα και σήμερα η ίδια.» 

Προτιμούσα να πηγαίνω στο Γκάζι πρωί, γύρω στις εξίμισι. Μέχρι τις εννέα είχα ήδη φύγει. Προσπαθούσα να αποφύγω το σκληρό φως του μεσημεριού. Σε καθεμιά από τις επισκέψεις μου για φωτογράφιση, έφερνα μαζί μου τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει την προηγούμενη μέρα, τις οποίες είχα εμφανίσει και τυπώσει το βράδυ. Τις χάριζα στους εργάτες. Αυτή η χειρονομία σήμαινε πολλά γι' αυτούς τους ανθρώπους του μόχθου. Ήταν παράλληλα και ο τρόπος που είχα βρει για να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους και να τους κάνω να νιώθουν άνετα μπροστά στον φακό.»







«Μια μέρα, έξι μήνες μετά την πρώτη μου επίσκεψη στο εργοστάσιο φωταερίου, μπήκα για πρώτη φορά στα μπάνια και άρχισα να φωτογραφίζω τους εργάτες που μόλις είχαν τελειώσει τη βάρδια τους. Δεν φάνηκαν να με προσέχουν, ούτε παραξενεύτηκαν. Μάλλον με θεωρούσαν πλέον δικό τους άνθρωπο. 

Οι φωτογραφίες που τράβηξα στο Γκάζι ήταν, σχεδόν αποκλειστικά, ασπρόμαυρες. Το μαύρο και το γκρίζο ήταν κυρίαρχα μέσα στους χώρους του εργοστασίου. Οι χρωματιστές πετσέτες των εργατών ήταν εκείνες που με οδήγησαν να τραβήξω έγχρωμες φωτογραφίες μέσα στα μπάνια. 

Αυτές ήταν η σύνδεση με τη ζωή πέρα από το βιομηχανικό περιβάλλον.»










CAN Gallery 
Νίκος Μάρκου «Γκάζι»,  1982 - 1984


Η έκθεση περιλαμβάνει 13 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, σπάνια vintage silver gelatin prints, τυπωμένα αναλογικά από τον ίδιο τον καλλιτέχνη σε σκοτεινό θάλαμο το 1985 καθώς και 12 έγχρωμες φωτογραφίες της ίδιας περιόδου. 

Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν το Γκάζι σε μια περίοδο βαθιάς μετάβασης: λίγο πριν από το κλείσιμο του εργοστασίου φωταερίου, το 1984. Το εργοστάσιο, ιδρυμένο το 1857, δεν αποτελεί απλώς ένα σημαντικό βιομηχανικό συγκρότημα, αλλά και έναν ιστορικό τόπο, τον οποίο ο καλλιτέχνης καταγράφει μαζί με τους ανθρώπους του σε μια κομβική στιγμή της νεότερης ελληνικής αστικής ιστορίας, λίγο πριν σβήσει και χαθεί οριστικά.

Ο Νίκος Μάρκου μπήκε για πρώτη φορά επίσημα στον χώρο το 1982, έπειτα από επανειλημμένες, αρχικά άκαρπες, προσπάθειες να εξασφαλίσει άδεια φωτογράφισης και συνέχισε να επιστρέφει εκεί για περίπου δύο χρόνια ολοκληρώνοντας σταδιακά το έργο του. 

Επιλέγει να φωτογραφίζει κυρίως χειμωνιάτικες συννεφιασμένες ημέρες ώστε το φως να μην «καίει» την εικόνα πέφτοντας σκληρά πάνω στις επιφάνειες. Μέσα από αυτή την επιλογή συγκροτεί ήδη τη γλώσσα που θα αναπτύξει τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες: μια συνειδητή χρήση του φωτός και της σκιάς ως δομικών στοιχείων της φόρμας.

Τα Chiaroscuro του παραμένουν μαλακά επιτρέποντας στη λεπτομέρεια να αναδύεται μέσα στον καπνό την πίσσα, τη σκόνη, τη θερμότητα και τη μαυρίλα από το κάρβουνο που καλύπτει τα πάντα. Ο χώρος μοιάζει να λειτουργεί εκτός χρόνου, ένας χώρος όπου όλα είναι τόσο φωτογραφικά όσο και στην πράξη ασπρόμαυρα.

Όπως σημειώνει ο ίδιος: «Περνώντας την κεντρική πύλη του εργοστασίου το 1982, μεταφέρθηκα στο 1857. Οι εργασιακές συνθήκες δεν είχαν αλλάξει για 125 χρόνια». Είναι χαρακτηριστικό, ότι για κάθε 15 λεπτά δουλειάς οι εργάτες έπρεπε να κάνουν μία παύση 20 λεπτών, ένδειξη της ακραίας σωματικής καταπόνησης που απαιτούσε η εργασία αυτή. 

Στο κέντρο του ενδιαφέροντός του παραμένουν τα πρόσωπα που συγκροτούν αυτόν τον κόσμο. Η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στον μόχθο και την ανάπαυλα, αυτό το αδιάκοπο δίπτυχο και το διαρκές πέρασμα από τη μία κατάσταση στην άλλη. 








Εικόνες σκληρής εργασίας και οι ενδιάμεσες παύσεις τους, όπου οι εργάτες κάθονται να ξεκουραστούν, στέκονται και καπνίζουν, ποζάροντας στο φωτογραφικό φακό.
Κι ενώ το εργοστάσιο συγκροτείται ως ένα σχεδόν μονοχρωματικό πεδίο, που εξαλείφει κάθε χρωματική διαφοροποίηση, στα λουτρά ο Μάρκου αποκαλύπτει, σε αντίστιξη, ένα άλλο σύμπαν.
Η παρουσία του ενσωματώνεται πλήρως στην καθημερινότητά τους, επιτρέποντάς του να καταγράψει ένα κατεξοχήν ιδιωτικό και αθέατο χώρο, με στιγμιότυπα απολύτως φυσικά και καθόλου σκηνοθετημένα.

«Αυτό έγινε μετά από έξι μήνες» θυμάται. «Υπήρχε ένας χώρος όπου άφηναν τα πολιτικά τους ρούχα όταν άλλαζαν και φορούσαν τις φόρμες της δουλειάς. Τα ανεβάζανε ψηλά με συρματόσχοινα όπως έκαναν παλιά στα καθαριστήρια. Κάποια στιγμή βρέθηκα εκεί, παρατήρησα μια ξύλινη πόρτα και ρώτησα τον υπεύθυνο πού οδηγούσε. Μου είπε ότι εκεί ήταν τα μπάνια. Ρώτησα αν μπορούσα να μπω, και μου είπε "μπες". Μπήκα, ήταν 5-6 που έκαναν μπάνιο, γελούσαν, έκαναν πλάκες μεταξύ τους, δεν έδωσαν σημασία που με είδαν, μετά από τόσον καιρό εκεί μέσα με ήξεραν. »

«Δεν θα έλεγα ότι ήταν μόνο κουρασμένα σώματα, ανάμεσά τους υπήρχαν και νέοι, σκληραγωγημένοι. Τα χωρίσματα (των ντους) ήταν μάρμαρα, τα οποία με την υγρασία και τις σκουριές από τους σωλήνες είχαν πάρει απίστευτες πατίνες, ενώ υπήρχε και ένας φεγγίτης από τον οποίο έμπαινε λίγο φως γιατί ο ηλεκτρικός φωτισμός ήταν ισχνός. 

Τα μπάνια ήταν το μόνο κομμάτι του χώρου που είχε χρώμα, όλο το υπόλοιπο ήταν ασπρόμαυρο. Από εκεί μου δημιουργήθηκε και το ενδιαφέρον για το χρώμα, γι' αυτό έκανα τα μπάνια έγχρωμα».

Η χρωματική μετάβαση δεν αφορά μόνο το μέσο, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο θέασης: από το ντοκουμέντο της εργασίας προς την παρατήρηση της υλικότητας και της επιφάνειας. Στα λουτρά ο Μάρκου δεν αλλάζει απλώς το θέμα, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπει ως καλλιτέχνης. Το τι θεωρεί σημαντικό να καταγράψει και το πώς το καταγράφει. 

Το χρώμα δεν λειτουργεί μόνο ως αισθητική επιλογή εδώ, αλλά και ως εργαλείο αποκάλυψης της ύλης.
Η σειρά με τα λουτρά αποτυπώνει την καθημερινότητα αλλά και την αιωνιότητα. Σώματα γυμνά, αντρικά, ιδωμένα χωρίς εξιδανίκευση, χωρίς ωραιοποίηση, εκεί που ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνεται και το σώμα, απαλλαγμένο από την ευθύνη του, επανέρχεται στην υλικότητά του. 

Κορμιά οικεία και ταυτόχρονα ηρωικά, μαρτυρούν μια σιωπηλή ανθρώπινη εγγύτητα, γεννημένα από τη συνύπαρξη και την κοινή εμπειρία του μόχθου. Απουσία κάθε επιτήδευσης, ο όποιος ερωτισμός που γεννιέται όχι ως πρόθεση, αλλά ως αποτέλεσμα των συνθηκών λειτουργεί σαν μια αμφίσημη ποιότητα που διαπερνά τη σκηνή, χωρίς να της ανήκει αποκλειστικά.

Ο κύκλος Γκάζι παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1985, και έκτοτε αποτελεί ένα από τα πιο συνεκτικά φωτογραφικά ντοκουμέντα της νεότερης Αθηναϊκής ιστορίας.


κείμενο από το δελτίο τύπου της έκθεσης, Αθήνα 4/2026



















Ο Νίκος Μάρκου είναι ο πρώτος γνωστός φωτογράφος από τη γενιά της νέας ελληνικής φωτογραφίας που αποτύπωσε εργάτες με δημιουργική και όχι δημοσιογραφική πρόθεση. Πρόκειται μάλιστα για εργαζόμενους στο Φωταέριο Αθηνών, την εποχή που ακόμα ήταν σε λειτουργία, δηλαδή στον ίδιο χώρο που σήμερα αποτελεί τη βάση τού νέου βιομηχανικού μουσείου. Οι φωτογραφίες του γνώρισαν σημαντική προβολή την εποχή που τραβήχτηκαν και ήταν και η ουσιαστική αφετηρία για την πολύ καλή συνέχεια στη φωτογραφική δουλειά τού Μάρκου, η οποία βέβαια στην πορεία της υιοθέτησε πολύ διαφορετικές κατευθύνσεις. Οι φωτογραφίες αυτές αντέχουν στον χρόνο και παραμένουν εξαιρετικά δείγματα δυναμισμού, αμεσότητας και απλότητας, ενώ μαρτυρούν και ένα θαυμαστό έλεγχο του κάδρου από τον τότε νεαρό φωτογράφο.

 Πλάτων Ριβέλλης






Είναι ο πρώτος που μπήκε με δημιουργική πρόθεση στο Φωταέριο Αθηνών προκειμένου να φωτογραφίσει τους εργαζόμενους. Πρόκειται για δουλειά του 1985, εξαιρετικά σύγχρονη ωστόσο, η οποία έκανε τον Μάρκου ευρύτερα γνωστό. Ατμοσφαιρικός, ευγενικός, ειλικρινής και εξαιρετικά τρυφερός, ο φακός του Μάρκου υπηρετεί μια λυρική, σχεδόν υμνητική προσέγγιση του θέματος και προσφέρει μια από τις πιο αξιόλογες δουλειές της νέας ελληνικής φωτογραφίας.

Ειρήνη Κοντογεωργίου, εφμ "Ελευθεροτυπία" 
(απόσπασμα άρθρου για την έκθεση "Εργάτες", Τεχνόπολη 2/2013)
















Το εργοστάσιο του Φωταερίου

Η ανέγερση του εργοστασίου έγινε πάνω σε κομβικό άξονα που συνδέει την Αθήνα με τον Πειραιά. Η χωροθέτηση αυτή σημάδεψε τη μεταγενέστερη ανάπτυξη της γύρω περιοχής, η οποία εξελίχθηκε σε ένα από τα βιομηχανικά κέντρα στην περιφέρεια της πρωτεύουσας.
Το βιομηχανικό συγκρότημα ήταν μια αυτοδύναμη μονάδα με αποκλειστικό στόχο την εξασφάλιση της ομαλής παροχής αερίου για τον φωτισμό της Aθήνας. Στο "Γκάζι" το αέριο παραγόταν επί τόπου με τελικό αποδέκτη το δίκτυο της πόλης.

Η μορφολογία των κτηρίων ακολούθησε τη γαλλική εκλεκτικιστική τεχνοτροπία της εποχής, που ήταν ένα είδος πρώιμου «βιομηχανικού ρομαντισμού».
Στο αρχικό στάδιο λειτουργίας του έργου (1862) περιλαμβάνεται ο πρώτος πυρήνας των κλιβάνων απόσταξης με την πρώτη καμινάδα, οι αντλίες για τη διακίνηση του αερίου, η αίθουσα ρύθμισης της πίεσης, τα δύο πρώτα αεριοφυλάκια, τα ψυχραντήρια, οι υδατοδεξαμενές, οι αίθουσες χημικού και μηχανικού καθαρισμού, τα συνεργεία στο μέτωπο της Πειραιώς, το επίμηκες κτίριο των αποθηκών και η διώροφη κατοικία του διευθυντή.







Εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, ο φωτισμός της πόλης επεκτάθηκε και άρχισε δεύτερη φάση εξέλιξης του εργοστασίου που διήρκεσε περίπου ώς το 1920. Στη φάση αυτή το εργοστάσιο απέκτησε λίγο πολύ την τελική του μορφή. Ο σημερινός χώρος ενοποιήθηκε, επεκτάθηκαν σημαντικά οι εγκαταστάσεις του κι ο κεντρικός πυρήνας διευρύνθηκε και έγινε πολυπλοκότερος.
Η τρίτη φάση (1920-1950) χαρακτηρίστηκε από την είσοδο της γερμανικής τεχνολογίας και την ποσοτική ανάπτυξη της παραγωγής. Oι μορφολογικές επεμβάσεις των Γερμανών είναι κονστρουκτιβιστικής τεχνοτροπίας. Έτσι τα κτίρια του συγκροτήματος εκπροσωπούν διάφορες τεχνοτροπίες της ιστορίας της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής. Η ουσιαστική εξέλιξη ήρθε το 1983, όταν σταμάτησε οριστικά η διαδικασία παραγωγής γκαζιού από κάρβουνο.

Το συγκρότημα χαρακτηρίστηκε μνημείο βιομηχανικού πολιτισμού, και είναι το μοναδικό του είδους του στην Ευρώπη. Το 1988 άρχισαν τα έργα ανάπλασής του από τον Δήμο Αθηναίων. Oι πρώτες εργασίες αφορούσαν την επαναφορά του χώρου στην αρχική του κατάσταση με κατεδαφίσεις μαντρότοιχων και κτιρίων που δεν ήσαν απαραίτητα, ώστε να μείνει ο κτιριακός εξοπλισμός που παρουσίαζε αρχιτεκτονικό και μορφολογικό ενδιαφέρον.

Πρέπει να τονιστεί πως η χωροθέτηση των εγκαταστάσεων της ΔΕΦΑ δίπλα στους αρχαιολογικούς χώρους του Κεραμικού, της Ιεράς Οδού, κοντά στο νεοκλασικό κέντρο της Αθήνας, την παλιά αγορά και τις παραδοσιακές συνοικίες της πόλης, τους προσδίδει ένα ιδιαίτερο φορτίο σαν σημείο αναφοράς όχι μόνο της γύρω περιοχής αλλά και του κέντρου.

πηγή: TEE Ελλάδας






















Το Γκαζοχώρι και η ιστορία του

Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ίδρυσης της συνοικίας. Οι αυτοσχέδιες διαδικασίες σχηματισμού οικιστικών πυρήνων είναι μακροχρόνιες και δεν καταγράφονται συνήθως ως τέτοιες. Ένας χάρτης του 1852 αποκαλύπτει ότι αυτό το τμήμα της Αθήνας, που βρίσκεται εκτός του τείχους του Χασεκή και γι' αυτό ονομαζόταν «Έξω Κεραμεικός», είναι ακατοίκητο.

Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που επελέγη ως τόπος ανέγερσης της πρώτης μονάδας ενέργειας. Όπως προδίδει το όνομα της συνοικίας, οι πρώτοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν μετά την ίδρυση του εργοστασίου (1857). Είναι βέβαιο, πάντως, ότι το 1885 υπάρχει γειτονιά Γκαζοχώρι, η οποία είναι συνώνυμη της φτώχειας και των μεταδοτικών νοσημάτων.

— Ποια ήταν η κοινωνική γεωγραφία τα πρώτα της χρόνια;

Δεν γνωρίζουμε αρκετά για την κοινωνική σύνθεση της συνοικίας τον 19ο αιώνα. Στις αρχές του επόμενου αιώνα, το Γκαζοχώρι κατοικείται κυρίως από έμπορους και μικροπωλητές, τεχνίτες, εργάτες, αμαξηλάτες και κουρείς. Παράλληλα, φαίνεται πως αναπτύσσονται και παραβατικές δραστηριότητες, όπως η πορνεία.

Η άνθηση καφενείων, μαγειρείων και οινοπωλείων τη δεκαετία του 1910 προσέλκυσε «χασισοπότες», οι οποίοι ενθάρρυναν τη διακίνηση ναρκωτικών στον χώρο της Λαχαναγοράς. Αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή η εικόνα φαίνεται να μεταβάλλεται καθώς η Λαχαναγορά μεταφέρεται στου Ρέντη, έτσι τα καφενεία και το μικρεμπόριο συρρικνώνονται.


— Πώς επηρέασε την καθημερινότητα στην περιοχή η έλευση των προσφύγων;

Η παρουσία προσφύγων στην περιοχή δεν συνδέεται αποκλειστικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αντίθετα, η συμβολική θέση της συνοικίας εκτός των ορίων του αστικού ιστού από τον 19ο ως τις αρχές του 20ού αι. την ανέδειξε σε τόπο υποδοχής νεοεισερχόμενων πληθυσμών. Το 1897 εγκαθίστανται πρόσφυγες από την Κρήτη.


Στον Μεσοπόλεμο θα καταφτάσουν, μαζί με τους Μικρασιάτες, Έλληνες της Ρωσίας. Δίπλα σε αυτούς, στην περιοχή εγκαθίσταντο κατά περιόδους και εσωτερικοί μετανάστες από τη νησιωτική κυρίως Ελλάδα. Θα ακολουθήσουν μεταπολεμικά ομάδες μουσουλμάνων της δυτικής Θράκης και μετανάστες από την Αλβανία. Αυτή η ιδιότυπη «συγκατοίκηση» θα υποδείξει την ίδρυση στην περιοχή του πρώτου διαπολιτισμικού σχολείου τη δεκαετία του 1990.

— Ποια η φήμη της περιοχής στην ευρύτερη Αθήνα;

Από τα δημοσιεύματα του ημερήσιου Τύπου προκύπτει ότι η περιοχή ως τη δεκαετία του 1940 υπήρξε συνώνυμη της φτώχειας, των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και των παραβατικών συμπεριφορών. Μεταπολεμικά, αυτή η εικόνα μοιάζει να αλλάζει. Τη δεκαετία του 1980 το Γκάζι περιγράφεται ως γραφική γειτονιά που έμεινε αναλλοίωτη στον χρόνο.





Η λαχαναγορά στο Γκαζοχώρι







— Μιλήστε μας λίγο για τις «πόρνες του Γκαζιού» και τις λοιπές παραβατικές ιστορίες της περιοχής.

Η σωματεμπορία και η πορνεία φαίνεται πως εμφανίστηκαν στο Γκαζοχώρι στα τέλη του 19ου αι., οπότε και αναφέρονταν αντίστοιχες δραστηριότητες στο αστυνομικό δελτίο. Άλλωστε, οι αστυνομικές Αρχές τοποθετούσαν τα «χαμαιτυπεία» της πρωτεύουσας στο Γκαζοχώρι.

Φαίνεται πως η άνθηση της πορνείας προσέλκυσε κι άλλες δραστηριότητες, όπως τα οινοπωλεία, και αργότερα την εμπορία χασίς. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτές οι ιστορίες συνδέονται με τα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά της μεσοπολεμικής Αθήνας. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες εργαζομένων στο εργοστάσιο φωταερίου, αν και η πορνεία παρήκμασε στην περιοχή μεταπολεμικά, άντεξε μέχρι και τη δεκαετία του 1980.

— Πείτε μας δυο λόγια και για την περιοχή κατά τη διάρκεια της Κατοχής και μεταπολεμικά.

Στη διάρκεια της Κατοχής περισσότεροι από εξήντα κάτοικοι πέθαναν από την πείνα. Στο τμήμα της οδού Πειραιώς πάνω από το εργοστάσιο έγιναν οδομαχίες και ένοπλες συγκρούσεις κατά τα Δεκεμβριανά. Τα μεταπολεμικά χρόνια, στα όρια της γειτονιάς με την Ιερά Οδό και την οδό Πειραιώς, θα επικρατήσουν τα συνεργεία αυτοκινήτων και οι μικρές βιοτεχνίες. Από τη δεκαετία του 1970 και ως το 1984 οι σύλλογοι των κατοίκων θα διεκδικήσουν ενεργά το κλείσιμο του εργοστασίου φωταερίου, στο πλαίσιο απομάκρυνσης των οχλουσών χρήσεων.



πηγή: συνέντευξη του Γιάννη Στογιαννίδη στον Δ.Κυριαζή Lifo - athenssocialatlas.gr





«Δεν αρκεί η τεχνολογία για μια καλή φωτογραφία»
Νίκος Μάρκου

Από τις ασπρόμαυρες ανθρωποκεντρικές φωτογραφίες του Περάματος ή του Γκαζιού, η εξέλιξη της δουλειάς του Νίκου Μάρκου είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή. Σχεδόν μια δεκαετία από το 1985 έως το 1993 πειραματίστηκε, ώσπου έφτασε να διερευνά, μέσα από το τοπίο, τις εκφραστικές δυνατότητες του ίδιου του φωτογραφικού μέσου. Ανήκει στη γενιά των σύγχρονων φωτογράφων που, αποκομμένοι από την παράδοση και ακολουθώντας τα κυρίαρχα ευρωπαϊκά ρεύματα, παρουσίασαν τη φωτογραφία όχι απλά ως ρεαλιστική αναπαράσταση, αλλά ως τέχνη, με νέα και εκφραστικά πλούσια γλώσσα. Χρησιμοποίησαν την ψηφιακή τεχνολογία για τις πλασματικές πραγματικότητές τους, μπήκαν σε μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

«Πρέπει πάντα να ξέρεις τι θέλεις να κάνεις, τι θέλεις να πεις. Αν δεν έχεις κάτι μέσα στο κεφάλι σου, η τεχνολογία από μόνη της δεν κάνει τίποτα. 'Οσοι έχουν φωτογραφικές μηχανές δεν είναι φωτογράφοι. 'Οπως δεν είναι ζωγράφοι όσοι έχουν χρώματα. Είναι πάρα πολύ απλά για μένα τα πράγματα. Οι αιρετικές απόψεις περί της τέχνης και του μέσου δεν σε πάνε πουθενά» ξεκαθαρίζει. «Η πιο μεγάλη παρεξήγηση είναι ότι όλοι θεωρούμε τη φωτογραφία κομμάτι της πραγματικότητας. Αυτό δεν ίσχυε ποτέ. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει ένα συμβάν που βλέπει σε μια εικόνα, όπως θα το κατανοούσε αν βρισκόταν εκεί. Ποια είναι η πραγματικότητα; Από πού τη βλέπεις; Από το ύψος του ματιού ή όταν σκύβεις; Η φωτογραφία απομονώνει ένα συγκεκριμένο κάδρο και καταλήγει να είναι ένα χαρτί στον τοίχο».

Γεννημένος το 1959 στην Αθήνα, σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ξεκίνησε ερασιτεχνικά να ασχολείται με τη φωτογραφία σε ηλικία 17 ετών. «Πριν σχεδίαζα αρκετά. Μου άρεσε να κάθομαι στο δωμάτιό μου και να σχεδιάζω». Το 1979 συνδέθηκε με το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών. «Πολύ γρήγορα ξεκίνησα να δουλεύω ως βοηθός σε ένα στούντιο. Εκεί έμαθα τεχνικά τη φωτογραφία και ταυτόχρονα άρχισα να βλέπω εκθέσεις. Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του '80, υπήρξε έντονη κινητοποίηση στο χώρο της φωτογραφίας στην Αθήνα».

Δύο είναι οι σημαντικότερες επιρροές του. Ο διάσημος Γερμανός φωτογράφος τοπίου Αντρέας Γκούρσκι και ο Αμερικανός Τζόελ Στέρνφελντ.


Φωτεινή Μπάρκα,   εφμ. "Ελευθεροτυπία" 2010 (απόσπασμα-αναδημοσίευση)






«Πέραμα»

Στη σύγχρονη ιστορία, το Πέραμα παίρνει τη μορφή ενός μικρού οικισμού τη δεκαετία του 1920, όταν πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία πιο συγκεκριμένα, από το Ικόνιο και τον Εύξεινο Πόντο κατοικούν στην περιοχή προσπαθώντας να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Το 1928 ιδρύθηκαν τα πρώτα ναυπηγεία στο Πέραμα, γεγονός που προσέλκυσε νέους κατοίκους στην περιοχή.

«Επισκέφθηκα το Πέραμα το 1982. Η θέα του βραχώδους λόφου με τις δεκάδες αυτοσχέδιες παράγκες κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Ήθελα να γνωρίσω αυτούς τους ανθρώπους.»

Έτσι, για τα επόμενα δύο χρόνια συνέχισα να επισκέπτομαι την περιοχή, γνώρισα τους ανθρώπους, άκουσα τις ιστορίες τους και βίωσα τα συναισθήματα της γενναιοδωρίας και της αλληλεγγύης που τους κρατούσαν όρθιους. Ο χρόνος που πέρασα ζώντας με αυτές τις οικογένειες ήταν πολύ περισσότερος από τον χρόνο που αφιέρωσα για να τις φωτογραφίσω.

Ωστόσο, οι εικόνες είναι το ενθύμιο που μένει. Ελπίζω ειλικρινά ότι, τουλάχιστον κοιτάζοντάς τες, μπορεί κάποιος να νιώσει αυτό που μου ήταν αδύνατο να αποτυπώσω με λόγια.







«Σαν λαός έχουμε χάσει την ικανότητα να παρατηρούμε τα πράγματα που είναι γύρω μας. Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε στις πόλεις. Δημιούργησε τις πόλεις, που διογκώνονται και τρώνε τα πάντα γύρω τους. Επειδή λοιπόν δεν παρατηρούμε, πολλά πράγματα μας φαίνονται ξένα. Η όραση του ανθρώπου στις πόλεις έχει εξασθενήσει. Δεν βλέπει ορίζοντα. Ολα είναι απέναντί του, δίπλα του...».

 «Η πρώτη μου δουλειά, όταν πρωτοξεκίνησα το 1980, ήταν οι κάτοικοι του Περάματος και η δεύτερη οι εργάτες στο Γκάζι - πριν γίνει Τεχνόπολις. Εχω φωτογραφίσει και παιδιά αλλά δεν τα έχω δείξει ποτέ. Μετά έφυγα από το θέμα "άνθρωπος". 

Ενα πρόσωπο δεν είναι τόσο σημαντικό για μένα. Πιο σημαντικό είναι τι κάνει ο άνθρωπος μέσα στην πόλη ή στο περιβάλλον του. Δεν μπορεί να είναι ξέχωρος ο τόπος από τους ανθρώπους που τον κατοικούν. Δεν θα βγω να φωτογραφήσω ένα τοπίο με δέντρα χωρίς κανένα ανθρώπινο ίχνος. Πολύ λίγες είναι οι εικόνες που έχω κάνει με καθαρή φύση».





Λίγα λόγια για τα έργα του Μάρκου «Γκάζι» και «Πέραμα»

Και στα δύο του έργα ο 'Ανθρωπος είναι στο επίκεντρο, Ο άνθρωπος που υποφέρει, που αγωνίζεται, που διεκδικεί μέσω της εργασίας του ένα καλύτερο μέλλον.

Στο «Γκάζι» ο χώρος είναι αυτός που «βιάζει» τον άνθρωπο, τον καταπίνει με τη μαυρίλα του και τη σκουριά του, σκορπώντας και λιγοστεύοντας τη ζωή του. Στο «Γκάζι» καταγράφει ο Μάρκου άθελά του τη βιομηχανική παρακμή της εποχής του 19ου αιώνα στην Ελλάδα.

Εν αντιθέση στο «Πέραμα» υπάρχει ο ανοιχτός ορίζοντας... Εδώ ο άνθρωπος είναι αυτός που «βιάζει» το περιβάλλον του, το τοπίο του, τη χώρα του. Σάπια καράβια και καϊκια, παράγκες με τσιμεντόλιθα και λαμαρίνες. Χωματόδρομοι εγκαταλελειμμένοι, λάσπες και φτώχεια, μια φτώχεια όμως με απέραντη αξιοπρέπεια, τιμιότητα και αγάπη για την Οικογένεια.

Εδώ γίνεται η ανακάλυψη των υποβαθμισμένων περιοχών λίγα χιλιόμετρα μακρυά από το κέντρο της Αθήνας. Εδώ είναι η παραγκούπολη που θα στεγάσει παράνομα όλα τα όνειρα της εργατικής τάξης που ήρθε από την επαρχία σαν εσωτερικός μετανάστης για ένα καλύτερο αύριο, ένα σπίτι και μία δουλειά σε ένα εργοστάσιο ή ένα ναυπηγείο.

Και στα δύο θέματα ο Μάρκου σκύβει κυριολεκτικά επάνω τους με αγάπη και μεγάλη ενσυναίσθηση. Αφέθηκε κοντά τους, έζησε μαζί τους, μπήκε στα σπίτια τους και στις δουλειές τους, έκατσε στο τραπέζι τους και στο ντιβάνι τους, ήπιε νερό από το ποτήρι τους, τον κέρασαν ένα κρασί, έφαγε μαζί τους ότι είχαν εκείνη την ώρα...

Τους αγάπησε και τον αγάπησαν... 
'Ετσι «γίνονται» τα μεγάλα καλλιτεχικά έργα που αντέχουν στο χρόνο. 





επιμέλεια: J.Eco

πηγές: nikosmarkou.com, Lifo, εφμ Ελευθεροτυπία, ΤΕΕ




















"Γκάζι"
































"Πέραμα"



























Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}

Το Aspromavro είναι μια αναζήτηση στην ελληνική και διεθνή ιστορία της Φωτογραφίας μέσα από άρθρα, παρουσιάσεις και αφιερώματα. 'Ενα προσωπικό σημειωματάριο για τη Φωτογραφία από το 1998.
Aspromavro is a search in the Greek and international history of Photography through articles, presentations and tributes. A personal notebook on Photography since 1998.