Social Media Icons

Jill Freedman, Circus Days, 1977

Δεκ 25, 2025 0 comments

 




Η φωτογράφος Jill Freedman, έζησε στο περιθώριο με τα πιο σκληρά και λούμπεν στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας. Εργατική και σκληροτράχηλη φωτογράφος  κατέγραψε τη ζωή των αστυνομικών, των πυροσβεστών, των καλλιτεχνών του τσίρκου και άλλων ομάδων που θεωρούσε παρεξηγημένες, πέθανε στο Μανχάταν το 2019 σε ηλικία 79 ετών σε οίκο ευγερίας.

Πολλοί άνθρωποι ονειρεύονται να το σκάσουν και να ενταχθούν σε ένα τσίρκο,  η Freedman το έκανε αυτό  πραγματικότητα  δημιουργώντας μάλιστα και μια σειρά εικόνων που αποτύπωναν το πόνο, τη μοναξιά και την παραδοξότητα του αμερικανικού δρόμου σε τέτοιο σημείο όπου, όπως έγραψε και η ίδια, «τραγουδά με την απειλητική ενέργεια των τρελών κλόουν».

Για την Freedman, αυτή η "ενέργεια των τρελλών κλόουν" ήταν η μούσα της στη φωτογραφία, ειδικεύτηκε στο να ανακαλύπτει ανθρώπους που ζούσαν στα άκρα της αμερικανικής κοινωνίας. Ακόμα και όταν τα θέματά της ήταν παράξενα ή περίεργα, η Freedman δεν εκμεταλλευόταν ποτέ την παραδοξότητα για χάρη της ίδιας της παραδοξότητας.

«Οι φίλοι και οι συγγενείς μου ξέρουν ότι είμαι τρελή», είπε στη The New York Times για την απόλυτη αφοσίωσή της στα θέματα της. «Είναι εμμονή. Θέλω να πω την ιστορία και θέλω να την πω σωστά. Θεός φυλάξοι να το κάνω εύκολο για τον εαυτό μου».




Η Freedman γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ στις 19 Οκτωβρίου 1939, μοναδικό παιδί του Ross και της Selma Freedman, ενός πλανόδιου πωλητή και μιας νοσοκόμας. «Ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι», είπε η ξαδέλφη της Marcia Schiffman,  «αλλά λίγο διαβολάκι».

Ταξίδεψε στο Ισραήλ και την Αγγλία μετά το κολέγιο, όπου τραγουδούσε και έπαιζε κιθάρα για να ζήσει. Μετακόμισε στη Νέα Υόρκη το 1964 και πέρασε μερικά χρόνια δουλεύοντας στο τομέα της διαφήμισης που δεν της άρεσε καθόλου, μέχρι που ένα πρωί του 1966 ξύπνησε με την επιθυμία να ασχοληθεί με τη φωτογραφία.

«Δεν είχα τραβήξει ποτέ φωτογραφία», είπε, «και ξύπνησα με την επιθυμία να αποκτήσω μια φωτογραφική μηχανή». Δανείστηκε τη φωτογραφική μηχανή ενός φίλου για να φωτογραφίσει μια αντιπολεμική διαδήλωση και έκτοτε συνέχιζε να φωτογραφίζει ακατάπαυστα.






Μετά τη δολοφονία του  Martin Luther King το 1968, εγκαταστάθηκε σε μια παραγκούπολη από κόντρα πλακέ που είχε χτιστεί στην Ουάσινγκτον από την Poor People’s Campaign, την εκστρατεία που είχε οργανώσει ο King. Εκεί τράβηξε φωτογραφίες που τις δημοσίευσε το περιοδικό Life και με αυτές δημιούργησε το πρώτο της βιβλίο το «Old News: Resurrection City», το 1971. Όπως και στα έργα που ακολούθησαν, οι εικόνες της ήταν εν μέρει ντοκιμαντέρ και εν μέρει ακτιβισμός.

«Ο Woody Guthrie στην κιθάρα του έγραφε : «αυτό το όργανο σκοτώνει φασίστες», θα ήθελα πολύ να κάνω και εγώ το ίδιο με τη φωτογραφική μου μηχανή».

Η Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1970 βρισκόταν σε κατάσταση χάους και η Freedman αγκάλιασε αυτό που αποκαλούσε «θέατρο των δρόμων», «όσο πιο παράξενο, τόσο καλύτερο», είπε.

Η Freedman οδηγούνταν εναλλάξ  «από τον θυμό και την αγάπη για την ανθρωπότητα έως την επιθυμία να σώσει τον κόσμο».


Για δύο χρόνια συνόδευε τους πυροσβέστες στις πυρκαγιές του Χάρλεμ και του Νότιου Μπρόνξ, κοιμόταν από πυροσβεστικούς σταθμούς μέχρι το αυτοκίνητο του αρχηγού του τμήματος. Συχνά ήταν η μόνη γυναίκα σε αυτά τα περιβάλλοντα. Κατάφερε να απαθανατίσει άνδρες που συμπεριφέρονταν με τρόπους που δεν θα συμπεριφέρονταν μπροστά σε έναν άνδρα φωτογράφο, είπε η σκηνοθέτης Cheryl Dunn, η οποία συμπεριέλαβε την Freedman στο ντοκιμαντέρ της «Everybody Street», που αφορά τους φωτογράφους του δρόμου. «Έκανε πραγματικά ματσό άντρες, όπως αστυνομικούς και πυροσβέστες, να αποκαλύψουν τις ευαισθησίες τους»...

Διάσημη ήταν η φωτογραφία της  Freedman όπου απαθανάτισε δύο πυροσβέστες, που προφανώς είχαν επιβιώσει από μια αποστολή, να μοιράζονται ένα φιλί, ήταν μία φωτογραφία που συζητήθηκε πολύ εκείνη την εποχή.






Στη δουλειά της προσπαθούσε να εξαφανιστεί στο παρασκήνιο. «Αφιέρωσα πολύ χρόνο για να γίνω αόρατη», είπε, «Όταν ήμουν παιδί πάντα ευχόμουν να είχα ένα από εκείνα τα δαχτυλίδια ή τις κάπες που σε έκαναν αόρατο. Τότε, χρόνια αργότερα, συνειδητοποίησα ότι πράγματι είμαι αόρατη πίσω από μια κάμερα. Είμαι μια κάμερα».

Ακολούθησαν και άλλες σειρές, συμπεριλαμβανομένης της δουλειάς της με τους αστυνομικούς του δρόμου, τους οποίους θεωρούσε ότι δυσφημούσαν άδικα. Ήταν ένας βίαιος κόσμος και ήταν αποφασισμένη να δείξει τη βία με έναν τρόπο που δεν είχε δει κανείς σε ταινίες ή τηλεοπτικές εκπομπές. «Αποφάσισα να απομυθοποιήσω τη βία», είπε.

Η δουλειά της δεν της απέφερε ποτέ πολλά χρήματα, ούτε τη φήμη που απολάμβαναν ορισμένοι από τους άνδρες συναδέλφους της, δήλωσε η Anne Wilkes Tucker, επίτιμη επιμελήτρια του Μουσείου Καλών Τεχνών του Χιούστον. «Δεν νομίζω ότι έλαβε την αναγνώριση που της άξιζε εκείνη την εποχή», δήλωσε η Tucker  «Δεν είχε την ομάδα υποστήριξης που είχαν πολλοί άλλοι φωτογράφοι».

Το έργο και η υγεία της Freedman άρχισαν να φθίνουν τη δεκαετία του 1980. Χωρίς ασφάλιση υγείας και με πενιχρά οικονομικά μέσα διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού το 1988. Μετακόμισε στο Μαϊάμι το 1991 και φωτογράφησε εκεί  μια σειρά με τοπικές στριπτιζέζ.

Η Freedman επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και έμενε σε ένα διαμέρισμα στο Χάρλεμ. Τα τελευταία της χρόνια μιλούσε για τη δημιουργία ενός ακόμη φωτογραφικού λευκώματος, με τίτλο «Manhattan». Θα ήταν ένα αφιέρωμα σε μια άγρια, ακατάστατη, ψυχωτική αλλά αξιοθαύμαστη πόλη που της είχε λείψει τρομερά.


«Είχαμε τότε μια υπέροχη ομάδα τρελών»

και η Freedman ήταν η φωτογράφος τους...





επιμέλεια: J.Eco

πηγή: The New York Times











Jill Freedman























































Related Posts

{{posts[0].title}}

{{posts[0].date}} {{posts[0].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[1].title}}

{{posts[1].date}} {{posts[1].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[2].title}}

{{posts[2].date}} {{posts[2].commentsNum}} {{messages_comments}}

{{posts[3].title}}

{{posts[3].date}} {{posts[3].commentsNum}} {{messages_comments}}

Το Aspromavro είναι μια αναζήτηση στην ελληνική και διεθνή ιστορία της Φωτογραφίας μέσα από άρθρα, παρουσιάσεις και αφιερώματα. 'Ενα προσωπικό σημειωματάριο για τη Φωτογραφία από το 1998.
Aspromavro is a search in the Greek and international history of Photography through articles, presentations and tributes. A personal notebook on Photography since 1998.